Φωτογραφίες από τα βιβλία μου και την 'Αμυγδαλιά'

Όλα τα βιβλία της Τ. Μπούτου, επιλεγμένα τεύχη από τα Πειραϊκά Γράμματα, θεατρικές παραστάσεις, εκδηλώσεις, βραβεύσεις κ.α

.

.

.

Μικρό απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο «Η Κίνα του 1978, Το μεγάλο ταξίδι της ζωής μου», από τις εκδόσεις Vivliologia (2015)

Κριτικές και αναφορές στο έργο της Τούλας Μπούτου

δείτε κι άλλες κριτικές εδώ

.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Μια αμυγδαλιά θα ζωντανέψει τη νεκρή γη




Μια αμυγδαλιά θα ζωντανέψει τη νεκρή γη

Συνέντευξη στη ΦΩΤΕΙΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, Φωτογραφίες ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

«Χώμα τιμημένο, που ’χουν ανασκάψει για να θεμελιώσουν έναν Παρθενώνα, χώμα δοξασμένο, που ’χουν ροδοβάψει αίματα στο Σούλι και στο Μαραθώνα. Κι αν σε ξένα χώματα πεθάνω, και το ξένο μνήμα θα ’ναι πιο γλυκό σα θαφτείς μαζί μου στην καρδιά μου επάνω, χώμα αγαπημένο, χώμα ελληνικό».

Είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ποιήματα του Γεώργιου Δροσίνη που αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο ότι πρόκειται για έναν γνήσιο ποιητή, με καθαρότητα στον λόγο, έναν αυθεντικό Έλληνα με ήθος και αρετή. Αυτόν τον μεγάλο Έλληνα ποιητή και άνθρωπο υμνεί η παράσταση «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη». Ένα έργο που έγραψε με ευαισθησία και σεβασμό η Τούλα Μπούτου, η πρώτη γυναίκα ιατρός – αναισθησιολόγος στην Ελλάδα, η οποία έχει μελετήσει σε βάθος τον Δροσίνη. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Στέλιος Γούτης, ενώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο ερμηνεύει ο Μανώλης Δεστούνης. 
Στο «ζεστό» θέατρο Παραμυθίας συναντήσαμε τους συντελεστές της παράστασης. Μιλήσαμε μαζί τους και μοιραστήκαμε την ανάγκη της δημιουργίας μιας «αμυγδαλιάς» που θα ανθίσει και θα ζωντανέψει τη «νεκρή γη», στην οποία ζούμε σήμερα… «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη» ονομάζεται το έργο που μνημονεύει τον Γεώργιο Δροσίνη.

Γιατί, κα Μπούτου, επιλέξατε τον συγκεκριμένο άνθρωπο; Τι είναι αυτό που βρίσκετε ενδιαφέρον σε αυτόν;
Ο Γεώργιος Δροσίνης εκτός του ότι είναι ένας πολύ σημαντικός ποιητής, γιατί είναι πάρα πολύ εύληπτος, είναι παραδοσιακοί οι στίχοι των ποιημάτων του και αυτό μας βοηθάει να τον απομνημονεύσουμε. Εκτός από αυτό, ο Γεώργιος Δροσίνης ήταν ένα πολύ ζωντανό κύτταρο, προσέφερε πάρα πολλά στην κοινωνία. Έχει κάνει πράγματα που δεν είναι γνωστά σε πολύ κόσμο. Ο οίκος τυφλών, παραδείγματος χάρη, οφείλεται σε εκείνον. Η Σεβαστοπούλειος σχολή οργανώθηκε από τον ίδιο και τον Δημήτριο Βικέλα. Ήταν ένας άνθρωπος πολύπλευρος. Πάντα με συγκινούσε και είχα ασχοληθεί μαζί του πολλά χρόνια και σκέφτηκα ότι, εκτός από το Μουσείο Δροσίνη, δεν είχε γίνει μια θεατρική παράσταση. Θεώρησα καλό, λοιπόν, να την κάνουμε και ευχαριστώ και τον κ. Γούτη τον σκηνοθέτη μας, ο οποίος με κάλυψε πλήρως, αυτό που ήθελα μου το έδωσε, και έτσι έγινε μια πολύ ωραία παράσταση.

Κύριε Δεστούνη, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε στην ενσάρκωση του ρόλου;
Έχω και εγώ μέσω της κ. Μπούτου, η οποία μου μετέδωσε την αγάπη της για τον ποιητή, όλο το φάσμα της δουλειάς του και της κοινωνικής του δραστηριότητας. Διάβασα, μελέτησα, είδα τη φυσιογνωμία και προσπαθήσαμε να ταιριάξουμε τη δική μου με του Δροσίνη και αυτό οφείλεται σε κύριο βαθμό στον σπουδαίο περουκέρη και μακιγιέρ Γιώργο Σκένδρο, ο οποίος ήταν επί 40 χρόνια μακιγιέρ του Εθνικού Θεάτρου και έχουν περάσει από τα χέρια του οι Μινωτής, Παξινού, Μανωλίδου, Αρώνη και πολλοί άλλοι. Και επειδή εγώ είμαι ηθοποιός που δουλεύω με το ένστικτο, το χρησιμοποίησα και πάλι. Εκεί στηρίζεται και η σπουδαία μέθοδος του Στανισλάφσκι.

Κύριε Γούτη, τι ήταν αυτό που θέλατε να δώσετε στη σκηνή;
Ήθελα να δώσω ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος του κειμένου, ότι «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη», πώς θα κάνουμε τη νεκρή γη, όπου ζούμε, να ξαναζωντανέψει αν ανθίσει πάλι μια αμυγδαλιά. Μετά, με οδήγησε το κείμενο, βάλαμε τα σκηνοθετικά μας τερτίπια και κάναμε μια παράσταση να ρέει, να καταλαβαίνει ο κόσμος και να χαίρεται. Σε αυτό το έργο, ο κόσμος κάτι μαθαίνει και χαίρεται, άρα τον ψυχαγωγούμε. Ακριβώς αυτός ήταν ο στόχος μου, δεν ήθελα να κάνω ούτε σκηνοθετισμούς, ούτε μεταμοντέρνος είμαι, απεναντίας είμαι εχθρός του μεταμοντερνισμού και κάναμε μια παράσταση που μυρίζει καθαρό θέατρο. Φυσικά, σκηνοθετικά έχουμε χρησιμοποιήσει όλο το φάσμα και τα κόλπα που μας δίνει η μακροχρόνια ιστορία και η σκηνοθεσία του θεάτρου. Γιατί το θέατρο μπορεί να είναι παμπάλαιο, η σκηνοθεσία όμως είναι 100 χρόνων περίπου. Από την άλλη μεριά, εκμαίευσα από τον κάθε ηθοποιό τον καλύτερο εαυτό του και τον οδήγησα να παρουσιάσει αυτό που μας λέει το έργο.

Υπάρχει κάποιο αισιόδοξο μήνυμα που περνάει στους θεατές αυτό το έργο και ποιο είναι αυτό, κύριε Γούτη;
Ζούμε σε μια νεκρή γη και πρέπει να αναζητήσουμε μια αμυγδαλιά και αυτή την αμυγδαλιά πού θα την αναζητήσουμε; Στην παράδοσή μας, σε όλα αυτά που μας συγκινούν, σε ό,τι έχουμε στο DNA μας. Αυτή την παραδοσιακή ποίηση την έχουμε στο αίμα μας. Δηλαδή, όλοι αυτοί οι παλιοί ποιητές είναι σπουδαίοι.

Κυρία Πρασίνου, έχετε επιμεληθεί τα κοστούμια και τα σκηνικά…
Με το εμπνευσμένο κείμενο της κ. Μπούτου και την καταπληκτική σκηνοθεσία του κ. Γούτη προσπάθησα κι εγώ να δώσω μια τέτοια εικόνα. Ο Δροσίνης ήταν ένας ποιητής τρυφερών τόνων και αυτό περνάει σε όλο το έργο. Γιατί δεν είναι μια τυπική βιογραφία, αλλά μια παράσταση που ξεχειλίζει τρυφερότητα, μέσα από την καθημερινή ζωή, τους έρωτες και μέσα από τη σχέση του Δροσίνη με τους δικούς του ανθρώπους. Όλο αυτό, λοιπόν, αποπνέει μια δροσιά και έτσι προσπάθησα να προσεγγίσω και το σκηνικό, το οποίο σε ένα τέτοιο θέατρο έπρεπε να είναι ένα στοιχείο ανάλαφρο, που να έχει τη μυρωδιά της εποχής και τα κοστούμια τα οποία θυμίζουν την εποχή εκείνη και σχεδιάστηκαν πάνω στον κάθε ηθοποιό.

Κυρία Μπούτου, πώς έρχεται να εισχωρήσει ο Δροσίνης στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;
Ο Δροσίνης ήταν πολύ αισιόδοξος. Αγαπούσε την ύπαιθρο, την ίδια την Ελλάδα. Δεν ήταν σαν τον Παλαμά, που έζησε μια πιστή ζωή στο κελί του. Αυτός ήθελε να βγαίνει, να παρατηρεί και να γράφει αυτά που βλέπει. Δεν έβαζε φαντασία, αλλά πραγματικότητα και πάντα τα ποιήματά του είχαν μια αισιόδοξη νότα. Μάλιστα, την ώρα που πεθαίνει, θα ακούσετε από τον κ. Δεστούνη το τελευταίο ποίημα που πράγματι έγραψε και απήγγειλε λίγες ημέρες πριν φύγει από τη ζωή και παρ’ όλα αυτά είναι αισιόδοξο. Ο Δροσίνης πίστευε στη ζωή.
Στέλλιος Γούτης: Από την άλλη, ήταν και το παράδειγμά του ως πνευματικού ανθρώπου εκείνης της εποχής. Ο Δροσίνης ανήκε στην Αθηναϊκή Σχολή. Λάβετε υπόψη σας ποιοι ποιητές ανήκουν σε αυτήν τη σχολή που έχουν καλύψει όλο το φάσμα όχι μόνο της ποίησης, αλλά και της κοινωνικής ζωής. Οι πνευματικοί άνθρωποι τότε δεν ήταν μέσα στο γραφείο τους, αλλά έβγαιναν και ζούσαν. Στην ίδια γενιά ανήκει ο Παλαμάς, ο Σουρής, ο Λορέντζος Μαβίλης. Όλοι αυτοί δεν ήταν ποιητές για να έχουν έτσι στον τίτλο ότι είμαστε ποιητές μακριά από τα πράγματα. Είχαν άποψη και αγωνίζονταν. Ο Δροσίνης, επί παραδείγματι, έλαβε την πρωτοβουλία να γίνει η Σεβαστοπούλειος Σχολή. Δεν πήγε να ζητήσει από το κράτος λεφτά. Αφού δεν έχει το κράτος, τέτοιο που είναι, θα βρω εγώ, είπε, και τα βρήκε. Και τώρα υπάρχουν σημαντικοί άνθρωποι που θα μπορούσαν να βοηθήσουν την κοινωνία, αλλά δυστυχώς τώρα είναι άλλη η εποχή και άλλα τα ήθη.

Πώς κρίνετε τους ποιητές της σημερινής εποχής;
Τ. Μπούτου: Κάθε εποχή έχει τους δικούς της ποιητές και συγγραφείς, αλλά όμως μπολιάζονται και από τα παλιά, όταν κάτι είναι καλό.
Σ. Γούτης: Αλίμονο και αν δεν μπολιάζονται από τα παλιά. Τότε είμαστε τελείως καταδικασμένοι. Είμαι χαρούμενος από αυτή την άποψη ότι «κοίταξε έχουμε και αυτούς εδώ τους ποιητές». Εκείνη την εποχή ήταν πολύ αξιόλογα τα ποιήματα που κυκλοφορούσαν, ενώ σήμερα βρίσκεις χιλιάδες βιβλία που είναι για το… τζάκι. Τώρα που είναι και φτηνές οι εκδόσεις, ο καθένας έχει λίγα λεφτά και βγάζει βιβλία. Έτσι, βγαίνουν εκατομμύρια βιβλία ή και ποιήματα, τα οποία όμως πιστεύω ότι δεν έχουν την ποιότητα του Δροσίνη. Χάνονται μέσα σε ένα πέλαγος τυπωμένων χαρτιών. Εμείς αυτήν τη δουλειά θέλαμε να κάνουμε, αυτή την άποψη έχουμε για το θέατρο. Ευτυχώς, στο έργο μας συμμετέχουν ηθοποιοί όλων των γενεών. Έχουμε μια κοπέλα που μόλις βγήκε από τη σχολή, που παίζει την Καίτη Βυθινού, αλλά έχουμε και έναν ηθοποιό που είναι από τους μεγαλύτερους εν δράσει στο νεοελληνικό θέατρο. Ο Γεώργιος Δροσίνης ερωτεύτηκε μια κατά πολύ νεότερή του κοπέλα.

Πιστεύετε ότι μια τέτοια σχέση μοιραία καταστρέφεται; Είναι νόμος της φύσης αυτός;
Τ. Μπούτου: Είναι αλήθεια ότι η κοπέλα αυτή ενέπνευσε τον Δροσίνη, ήταν και πνευματικός άνθρωπος αυτό το κορίτσι. Του έδωσε ζωντάνια από τη νιότη της, το λέει κιόλας στο έργο: «Εσύ θα μου δανείσεις από τη νιότη σου την πνευματική και εγώ θα σε κάνω να μη χάνεις τα λόγια σου». Για ένα διάστημα ίσως να μπορούν να συμβαδίσουν δυο άνθρωποι που έχουν διαφορά ηλικίας. Όμως, η κοπέλα στη ζωή του Δροσίνη βρήκε έναν νεότερο και έφτιαξε τη ζωή της. Δεν μπορεί να συμβεί διαφορετικά και ο Δροσίνης το ήξερε αυτό, γι’ αυτό και την αποκαλούσε «πολυαγαπημένο μου παιδί».
Μ. Δεστούνης: Μην ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή οι ποιητές παρουσίαζαν τα ποιήματά τους στα μεγάλα σαλόνια, πριν ακόμα εκδοθούν. Ειδικά για τα μικρά κοριτσάκια, ήταν άτομα-είδωλα, τους θαύμαζαν. Τότε δεν υπήρχε κινηματογράφος, αυτά ήταν τα είδωλα. Όπως και οι ηθοποιοί του θεάτρου: Βεάκης, Γιώργος Παππάς. Τα ποιήματά τους ενέπνεαν τον ερωτισμό.

Τι ομοιότητες και τι διαφορές διακρίνετε ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα μέσα από το έργο;
Το χθες το έχω ζήσει πάρα πολύ καλά, το σήμερα δεν το ζω πολύ καλά όπως όλοι δηλαδή, λόγω των δυσκολιών και των χαρατσιών. Το έργο μπορώ να το κατατάξω στις ηθογραφίες, κοινωνικό και ηθογραφία. Αν πρέπει να μιλήσουμε για τα σημερινά έργα των Ελλήνων συγγραφέων, υπάρχουν καλά έργα, αλλά ψάχνουμε να τα βρούμε με το κεράκι. Δεν υποτιμώ κανέναν συγγραφέα, αλλά εμένα προσωπικά δεν με γοητεύει η νέα γραφή των ελληνικών, γιατί θέλουν να παρουσιάσουν κάτι μοντέρνο, κάτι παράλογο ίσως, κάτι ανατρεπτικό. Αν πούμε για κωμωδίες δεν γελάω. Προτιμώ τις κωμωδίες με τον Χατζηχρήστο και τον Σταυρίδη.

Άρα, αν έπρεπε να επιλέξετε, θα επιλέγατε το χθες από άποψη ποιότητας…
Έχει ευτελιστεί η ποιότητα γενικά στην τέχνη. Ο Γεώργιος Δροσίνης θα μπορούσε να συμβολοποιηθεί, να αποτελέσει πρότυπο μιας ολόκληρης γενιάς;
Μα, είναι πρότυπο. Είναι ο ποιητής που έγραψε και ύμνησε την ελληνική φύση. Μάλιστα, ο ίδιος ο Παλαμάς του έχει αφιερώσει ποιήματα που επιβεβαιώνουν ακριβώς αυτό το πράγμα. Ο Δροσίνης ήταν ένας αισιόδοξος άνθρωπος. Το κάθε ποίημά του είναι και ένας σταθμός.

Τελικά, πιστεύετε ότι θα ανθίσει η αμυγδαλιά στη νεκρή ελληνική γη;
Μ. Δεστούνης: Με αυτή την ελπίδα ζούμε και, αν μου επιτρέπετε, θα αναφερθώ στο τελευταίο ποίημα του Δροσίνη, το οποίο έγραψε όταν ήταν 92 χρόνων. «Τόλμα να πλανιέσαι στων ονείρων σου τα ύψη. Δύναμη δεν θα μπορέσει τα φτερά να σου συντρίψει, αν τα στήσεις, τα στεριώσεις με της πίστης το ατσάλι. Αγώνας πρέπει στους θνητούς και είναι μεθύσι η πάλη». Αυτό τα λέει όλα… και είναι ένα μήνυμα για τη σημερινή εποχή.

Πηγή: www.paraskhnio.gr

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Η "Αμυγδαλιά" στο ΤΡΙΑΝΟΝ



Από τις 6 Μαρτίου και κάθε Τετάρτη
η θεατρική παράσταση του έργου
"Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη. Γεώργιος Δροσίνης: Μια εποχή - Μια παρουσία" 
θα φιλοξενείται στο θέατρο - κινηματογράφο ΤΡΙΑΝΟΝ

Κοδριγκτώνος 21 (Πατησίων 101 - Μετρό Βικτώρια)

Τηλ. 2108215469

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Τιμητική πλακέτα στην Τούλα Μπούτου από τον Δήμαρχο Πειραιά



Απόσπασμα από το σχετικό Δελτίο Τύπου στην ιστοσελίδα του Δήμου Πειραιά http://www.pireasnet.gr/



O ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΠΕΙΡΑΙΑ ΣΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ «ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΕΙΡΑΙΑ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΘΕΣΜΟΥ» 
Στην κατάμεστη αίθουσα του νεοκλασικού κτηρίου της οδού Κανθάρου, πραγματοποιήθηκαν χθες από το Δήμαρχο Πειραιά κ. Βασίλη Μιχαλολιάκο, τα εγκαίνια της έκθεσης «Δημοτική Βιβλιοθήκη Πειραιά: Η Ιστορία ενός θεσμού».

Ο Δήμαρχος Πειραιά κ. Βασίλης Μιχαλολιάκος, τόνισε μεταξύ άλλων:
...


Όπως θα διαπιστώσετε από το πρόγραμμα που κρατάτε στα χέρια σας, γίνονται πολλαπλές εκδηλώσεις. Τόσο εδώ στην Κανθάρου, όσο και στο χώρο της Πινακοθήκης.
Πριν κλείσω το χαιρετισμό μου, θα ήθελα να αναφερθώ σε μια απόφασή που πήραμε.
Για πρώτη φορά, ο Δήμος Πειραιά τιμά τους Πειραιώτες ανθρώπους του Πνεύματος. Ανθρώπους που με το συγγραφικό τους έργο ξεχώρισαν.
Σε συνεργασία με τους φορείς του πόλης τιμούμε ανθρώπους ξεχωριστούς, πολίτες που έχουν στην καρδιά τους και στα χειρόγραφά τους, τον Πειραιά.
Τους ευχαριστούμε μέσα από τα βάθη της καρδιάς μας. Αυτό που κάνουμε για αυτούς είναι το λιγότερο.
Να είστε πάντα γεροί, πάντα φωτισμένοι, πάντα δημιουργικοί.
Καλή δύναμη σε όλους. Σας ευχαριστώ.

Στην συνέχεια, ο κ. Μιχαλολιάκος απένειμε τιμητική πλακέτα στον κ. Γιάννη Χατζημανωλάκη, επίτιμο Πρόεδρο της Φιλολογικής Στέγης, Πειραιώτη με πλούσια κοινωνική και πνευματική δραστηριότητα, συγγραφέα 16 βιβλίων.
Επίσης, ο κ. Μιχαλολιάκος απένειμε τιμητική πλακέτα και στην κα Τούλα Μπούτου, γιατρό, που παράλληλα ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία. Για το έργο της, έχει συχνά διακριθεί και τιμηθεί.
...

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Το βλέμμα




Το Βλέμμα

Τ
ον έβλεπαν συχνά. Μεσημέρια τις πιο πολλές φορές, κοντά στην ώρα που σχολούσαν τα παιδιά. Καραδοκούσε στη γωνιά. Καμιά σαρανταριά – σαράντα πέντε χρονών καλοβαλμένος άντρας και το καπέλο, πάντα κατεβαστό να σκιάζει τα μάτια.
Ήταν πολύ ο κόσμος κείνη την ώρα, γονείς και συγγενείς κι όλοι αυτοί που έπρεπε με το σχόλασμα να πάρουν από το χέρι το παιδί για να το φέρουν στο σπίτι. Κι έτσι έμοιαζε σαν ένας απ’αυτούς. Ήταν ανάμεσα σ’όλους κι εκείνος με το βλέμμα καρφωμένο στην πύλη που άνοιγε διάπλατα πάνω στην ώρα και παρακολουθούσε την κίνηση πάντα με φροντίδα να μη φαίνεται πολύ, να μη δίνει στόχο.
Πρώτη μια παιδούλα της πέμπτης σα ν’απόρησε κάποια φορά.
-Τι περιμένει τούτος δω κάθε μέρα; Για ποιο παιδί βρίσκεται έξω από την πόρτα κάθε μεσημέρι;
Οι φίλες γύρισαν τον κοίταξαν, γέλασαν κιόλας φωναχτά, με την παιδιακίσια ευκολία για χαρούμενη διάθεση. Ο άντρας κατέβασε ευθύς το γύρο του καπέλου, γύρισε πήρε ένα βήμα αδιάφορο. Τάχατες περαστικός, τίποτα δεν τρέχει.
Όμως τα παιδιά πήραν το μήνυμα, το’να με τ’άλλο. Είχαν το νου τους πια και το κουβέντιαζαν καθώς κι ο ξένος εκεί, οι απουσίες του ελάχιστες. Παρατηρούσαν το νευρικό βηματισμό του πέρα – δώθε, το κοίταγμα του ρολογιού και την ανήσυχη ματιά του να ψάχνει πάντα κατά κει, κατά την πύλη που άδειαζε το πολύβουο σμάρι των παιδιών. Τον έβλεπαν κατόπιν πως έφευγε, ακολουθώντας πάντα διακριτικά κάποια μικρή ομάδα.
Σιγά – σιγά κάποια ανησυχία, φόβος μια περιέργεια, που θέριευε ολοένα. Δεν μπορούσες να μην λογαριάσεις τούτη την παράξενη απουσία… Πάντα μόνος. Ή μήπως ήταν και κάποιος άλλος που κρυβόταν στη γωνία; Προσπάθησαν να δουν, άδικα όμως, παρουσία άλλη δεν φάνηκε πουθενά. Ύστερα ξεχνούσαν την έννοια τους για ψάξιμο, που να βρεις άκρη, παιδιά βλέπεις ξένοιαστα πουλιά, να φτερακίζουν λεύτερα και ν’αντιβουίζει όλος ο δρόμος από τις χαρούμενες λαλιές τους. Ο άντρας εκεί κάθε τόσο με το νευρικό του βηματισμό, με το μπέρδεμά του κάποια στιγμή μέσα στο σμάρι των παιδιών. Το χάσιμό του από μπροστά τους κατόπιν.
-Να δούμε πότε θα μιλήσει, πότε θα μας πει κάτι, να καταλάβουμε τι θέλει; Ή μήπως είναι κανένας τρελός; Είπε ένα κορίτσι της πέμπτης, καθώς έβγαιναν από το σχολείο κάποια φορά και πρόλαβαν να δουν τη φιγούρα του που γύριζε στη γωνιά.
-Εγώ άρχισα να φοβάμαι. Είπε η ξανθιά παιδούλα, αυτή που τον πρωτόδε… Λίγα ακούμε κάθε μέρα για ναρκωτικά, για απαγωγές παιδιών; Και να δεις που εμάς κοιτάζει περισσότερο, έχω παρακολουθήσει εγώ πώς μας βλέπει ύπουλα και πονηρά.
-Κι εγώ τον είδα να έρχεται πίσω μας, από γωνιά σε γωνιά, μέχρι το σπίτι της Τασίας όπου σταματήσαμε… Κακός άνθρωπος είναι, είμαι σίγουρη, είπε κι η μικροκαμωμένη Μαρία.
-Τι μας νοιάζει; Εμείς προσέχουμε. Και κοίτα να δεις που πάντα κοντά στα κορίτσια είναι ο κύριος. Ποτέ δεν τον είδαμε ν’ακολουθήσει κάποια παρέα αγοριών.
Γέλασε μια άλλη μικρή και γύρισε κατά πίσω, ίσια στην ώρα που ο άγνωστος περνούσε στην απέναντι γωνία, στάθηκε τούτη τη φορά με κάποια αδιαφορία μη τον δουν, το κεφάλι του λίγο γερτό, η ματιά του καρφωμένη στα κοριτσάκια που περνούσαν χαχανίζοντας και φλυαρώντας, ίσως και να κατάλαβε πως κουβέντιαζαν για κείνον όσο που ξεμάκρυναν.
Ήταν κάποια μέρα που ο δάσκαλος θέλησε να μιλήσει στη πέμπτη τάξη για τα ναρκωτικά. Δάσκαλος που νοιαζόταν για τα παιδιά, τους μίλησε για τους τόσους κινδύνους, για το πόσο πρέπει να προσέχουν να μη μιλούν με αγνώστους στο δρόμο, να μη παίρνουν το παραμικρό από ξένο χέρι. Να μη ξεμοναχιάζονται… Η Τίνα σήκωσε το χέρι.
-Να πω κάτι κύριε; Είναι ένας ξένος, ένας μεγάλος άντρας που πολύ συχνά βρίσκεται έξω από την πόρτα του σχολείου και μας παρακολουθεί. Εμάς τα κορίτσια μας ακολουθεί και μας κοιτάζει… Παράξενα που μας κοιτάζει κύριε!
Ο δάσκαλος ανησύχησε.
-Προσέχετε, είπε. Όλες μαζί, γρήγορο βήμα εσείς που πάτε μόνες στα σπίτια σας… Καλά κάνατε και μου το είπατε και μη φοβάστε.
Είχε το νου του τώρα ο δάσκαλος. Τη δεύτερη κιόλας μέρα τον ξέκρινε, έτσι ακριβώς όπως του τον είπαν. Διακριτικά να περιμένει, το καπέλο πάντα χαμηλά στα μάτια.
-Βρε τον μασκαρά, μουρμούρισε καθώς τον είδε να προχωρά πίσω από την κοριτσίστικη παρέα και να χάνεται στη γωνία.
Στήθηκε αρκετές φορές πάντα με προσοχή να μην τον δει ο άγνωστος κι ούτε που το κουβέντιασε με άλλους συναδέλφους. Θα το ξεδιάλυνε μόνος του το μυστήριο. Δυο μικρά παιδιά είχε ο δάσκαλος κι έτρεμε για κείνα και αν μπορούσε θα έπνιγε στη θάλασσα όλους αυτούς τους ζωντανούς κινδύνους που απειλούν τα όσια και ιερά των ανθρώπων. Έτσι, κάποιο μεσημέρι, καθώς ο άντρας έπαιρνε το γνώριμο βηματισμό πίσω από τα κοριτσάκια πετάχτηκε κείνος από τη δική του σκοπιά, τάχυνε το βήμα, δεν κρατιόταν με τίποτα πια και πλεύρισε τον ανύποπτο ξένο.
-Κύριε… φώναξε, κύριε…
Ο άγνωστος γύρισε ξαφνιασμένος. Στάθηκε, κοιτάχτηκαν. Ο δάσκαλος τον μετρούσε από πάνω ως κάτω με ανήσυχη ματιά. Του άλλου η ματιά σαν αφηρημένη σαν κάπου αλλού ξεχασμένη.
-Τι θέλετε; Είπε.
-Θέλω να πούμε δυο κουβέντες. Εμείς οι δυο να κουβεντιάσουμε… Σε βλέπω τόσες φορές έξω από το σχολείο. Και μη μου πεις πως είναι τυχαίο το πέρασμά σου. Το ξέρω καλά πως δεν είναι. Θα μιλήσεις και θα μου πεις, θέλεις δε θέλεις, τι γυρεύεις τα μεσημέρια εδώ! Έτσι για να μη φωνάξω τούτη τη στιγμή την αστυνομία.
Τα’λεγε γρήγορα, νευρικά κι ήταν έτοιμος να τον πιάσει από το λαιμό να τον σβουρίξει χάμω. Σκότωμα που το θέλουν όλα τα καθάρματα.
-Λέγε, έκανε άγρια. Λέγε.
Τα παιδιά είχαν ξεμακρύνει, κανένα δεν πήρε είδηση από τη σκηνή αυτή.
-Τι θέλετε να σας πω; Είπε ο άντρας με φωνή απρόσμενα μαλακιά, σα θλιμμένη καταπτοημένη φωνή.
Τόση δειλία, είναι θρασύδειλοι όλοι αυτοί οι ανώμαλοι, οι απατεώνες, οι κακούργοι, σκέφτηκε ο άλλος.
-Πάμε μέχρι το σχολείο να τα πούμε, είπε τώρα πιο ήρεμα. Θέλω ξεκάθαρες εξηγήσεις. Πάμε.
Γύρισαν, βάδισαν πλάι – πλάι μέχρι την πόρτα του σχολείου. Ο ξένος ακολουθούσε πειθήνια. Μπήκαν στο γραφείο. Ο επιστάτης συμμάζευε, ετοιμαζόταν να κλείσει.
-Άφησέ μας λίγο κυρ Κώστα, του είπε κι έδειξε ένα κάθισμα στον άντρα.
Αυτός είχε βγάλει το καπέλο, κάθισε στην άκρη της πολυθρόνας. Το πρόσωπό του χωρίς τη σκιά ήταν ένα συμπαθητικό πρόσωπο. Τα μάτια του κοίταζαν τώρα ίσια μες στα δικά του μάτια, στοχαστικά.
-Κοίτα από ποιους μπορείς να το βρεις, σκέφτηκε πάλι ο δάσκαλος. Τόση υποκρισία;
-Λέγομαι Στράτος Σαλμάς… Μένω εδώ, στον Πειραιά… Είμαι έμπορος, αντιπρόσωπος ανταλλακτικών αυτοκινήτων… άρχισε να μιλάει αργά, σταματούσε σε κάθε φράση. Ντρέπομαι, είπε πιο σιγά. Ντρέπομαι γι’αυτή μου την πράξη, ξέρω πόσο επιλήψιμο είναι να στέκεσαι έξω από ένα σχολείο και να παρακολουθείς τα παιδιά… μιλούσε σχεδόν ψιθυριστά. Σταμάτησε.
-Περιμένω, περιμένω ν’ακούσω τι θα μου πεις για δικαιολογία. Εσύ, μορφωμένος άνθρωπος, ντροπή, είπε ο άλλος, πάντα νευρικά μα όχι αγριεμένα.
-Όχι, όχι δεν είναι αυτό… Δεν είναι αυτό που νομίζετε… Δεν είμαι. Δεν είμαι παρά ένας πατέρας, πονεμένος πατέρας… Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα, έβγαλε από την τσέπη το μαντήλι του, τα σκούπισε. Έμεινε λίγο με γερμένο κεφάλι.
-Ντρέπομαι, είπε πάλι, που αναγκάζομαι να τριγυρίζω κοντά στα παιδιά. Το ξέρω πως δεν πρέπει να το κάνω. Και είναι μάταιο. Ούτε ξέρω πως βρήκα αυτό το δρόμο… Κι ούτε κανείς δικός μου το ξέρει.
Ο δάσκαλος άκουγε ξαφνιασμένος, άφωνος. Περίμενε χωρίς να διακόψει τη σιωπή που μάκραινε.
-Είναι για τη μικρή Μαρία Αγριπίδου της πέμπτης… είπε επιτέλους. Έχει… έχει κάτι δικό μου, κάτι δικό μου πολύ ακριβό… Ό,τι έχει απομείνει ζωντανό από τη δική μου Μαρία. Την έλεγαν Μαρία την κορούλα μου που χάθηκε πριν ένα χρόνο. Το κοριτσάκι αυτό, η Αγριππίδου βλέπει με τα μάτια της. Το ένα, τα δύο, δεν ξέρω. Όμως το φως της είναι της Μαρίας μου… Το ξέρω, αυτές οι δωρεές πρέπει να μένουν για πάντα στη σκιά… Χωρίς καμιά συνέχεια, καμιά επαφή. Κι αυτό ήθελα… Μα καθώς τη βλέπω κάθε φορά χαίρομαι τόσο να ξεκλέβω ένα της βλέμμα! Μια ζωντανή σπίθα ζωής που απομένει.
Ο δάσκαλος σηκώθηκε, πήρε στα χέρια του το χέρι που κρατούσε το μαντήλι.
-Συγνώμη, συγχώρησέ με κύριε Σαλμά, είπε με φωνή που πρόδιδε όλη τη συγκίνησή του. Που να το φανταστώ! Είμαι κι εγώ πατέρας και μπορώ να σας καταλάβω.
-Δε θα ξανάρθω. Σας το υπόσχομαι, είπε ο άντρας. Χαμογελούσε αχνά.
-Χάρηκα που σας γνώρισα κύριε Σαλμά. Ο Θεός μαζί σας… είπε ο νέος άντρας κι η φωνή του είχε λυγίσει κόβοντας ένα λυγμό.


Από το βιβλίο της Τούλας Μπούτου, Ζωή Χαρισμένη, εκδ. Ινστιτούτο Μελέτης της Τοπικής Ιστορίας και της Ιστορίας των Επιχειρήσεων (Ι.Μ.Τ.Ι.Ε), 2008




Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Απονομή τιμητικής διάκρισης στην Τ. Μπούτου από τον Δ. Πειραιά


Την Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου, στο Νεοκλασικό Δημοτικό Κτήριο της οδού Κανθάρου (Ηρώων Πολυτεχνείου 91 & Κανθάρου), γίνονται τα εγκαίνια της έκθεσης «Δημοτική Βιβλιοθήκη Πειραιά: Ιστορία ενός θεσμού». Το πρόγραμμα θα έχει ως εξής:

Έναρξη 18.00


Χαιρετισμός του Δημάρχου Πειραιά, κ. Β. Μιχαλολιάκου

Ομιλία της κ. Ε. Μπαφούνη, δ/ντριας Πολιτισμού του Δ.Π. με θέμα «Η ιστορία της Δημοτικής Βιβιλιοθήκης Πειραιά»

Ομιλία του κ. Γ. Κόκκωνα, επίκουρου καθ. Ιονίου Παν/μίου με θέμα: «Το βιβλίο»

Απονομή τιμητικών διακρίσεων σε πειραιώτες λογοτέχνες, Τούλα Μπούτου, Ιωάννης Χατζημανωλάκης.

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

"Νυχτερινή Συνάντηση" στο "Theatron"...



ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Το μουσικοθεατρικό μονόπρακτο
της Τούλας Μπούτου
με τον Δημήτρη Κοντοδήμο
και την Ειρήνη Αϊβατίδου 

TO THEATRON
art & food gallery 

Στον Πειραιά
Πλατεία Κοραή
Καραίσκου 115

Κυριακή 27/1
και
3, 10, 17, 24 /2

στις 21.00

Κρατήσεις στα τηλέφωνα
2104117897
2104224637