Φωτογραφίες από τα βιβλία μου και την 'Αμυγδαλιά'

Όλα τα βιβλία της Τ. Μπούτου, επιλεγμένα τεύχη από τα Πειραϊκά Γράμματα, θεατρικές παραστάσεις, εκδηλώσεις, βραβεύσεις κ.α

.

.

.

Μικρό απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο «Η Κίνα του 1978, Το μεγάλο ταξίδι της ζωής μου», από τις εκδόσεις Vivliologia (2015)

Κριτικές και αναφορές στο έργο της Τούλας Μπούτου

δείτε κι άλλες κριτικές εδώ

.

Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ



Τ
ο ότι τόσα πολλά λέγονται – συζητούνται και γράφονται για το πρόβλημα αυτό δεν σημαίνει τίποτε άλλο από το ότι το πρόβλημα πραγματικά υπάρχει, έχει μπει στη ζωή μας και απασχολεί όλους μας. Τώρα πότε και πω άρχισε, και, κυρίως τι πρέπει ή τι μπορούμε να κάνουμε γι’αυτό, είναι πολύ δύσκολο, περίπλοκο να το πούμε.
            Αυτός ο αιώνας μας, ο περίφημος της τεχνικής επανάστασης ήρθε πάνω στη Γη κάπως αταίριαστος και ασύνδετος με τους αιώνες που προηγήθηκαν και που είχαν κάποια ομαλότητα στη διαδοχή του ενός στον άλλον. Μόνον ο Ιούλιος Βερν είχε συλλάβει, με τη φαντασία του που μπορούσε να καλπάζει ή μάλλον, να διασχίζει το άπειρο σε σημερινό διαστημόπλοιο με την ταχύτητα αστραπής, σε ταξίδια υπεργήινα, ταξίδια μέσα στα έγκατα της γης και στα βάθη των ωκεανών. Σήμερα τίποτα δεν μας προκαλεί έκπληξη, έκσταση ή απορημένο θαυμασμό. Σπάσαμε τα δεσμά της βαρύτητας και πατήσαμε στο φεγγάρι, βρεθήκαμε στο άπειρο. Τον ουράνιο φίλο και σύντροφο στην ανθρώπινη πορεία μας. Αύριο η φθαρτή μας παρουσία θα εγκαινιάσει ποιος ξέρει ποιον ή ποιους πλανήτες. Βιβλία, περιοδικά, ταινίες και κασέτες μας κατακλύζουν με τα υπεργήινα και εξωγήινα παιχνίδια. Φόβοι και ελπίδες. Τα παραμύθια της γιαγιάς σήμερα είναι γεμάτα από τέτοιες πρωτοφανέρωτες περιπέτειες και οραματισμούς. Κι αναρωτιόμαστε, ως που; Ως πότε; Ποιο είναι το κέρδος; Ο υπερσύγχρονος ερευνητής Mc Nail Burns, παραδέχεται πως ο αιώνας μας θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί σαν ο πιο σημαντικός για την ανθρωπότητα, κι αφού του δώσει μερικούς τίτλους, καταλήγει: ‘Πιο απλά θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την εποχή μας σαν εποχή της Αγωνίας’. Κι ο Benzamin το διακρίνει κι αυτός και ελπίζει όμως πως η αγωνία θα γίνει το μέσον για να οδηγηθούμε σε μια πιο δίκαιη κοινωνία. Ωστόσο, τα προβλήματα υπάρχουν και συμπορεύονται. Δεν θα ισχυρισθούμε πως ο άνθρωπος ήταν στο παρελθόν ένα αγγελικό ον που ξαφνικά άλλαξε στο εγωιστικό, σημερινό είδος. Τα ελαττώματα και τις αρετές τα κουβαλούσε πάντα τα ίδια επάνω του, όπως κουβαλά η χελώνα το φορητό της σπίτι. Όμως είναι αναμφισβήτητο πως κάτι άλλαξε στο ρυθμό της ζωής μας, γενικά. Υπολογιστές μας μετρούν το χρόνο και τις συναλλαγές, ρομπότ με καταπληκτικές ικανότητες αντικαθιστούν ανθρώπους, γραφεία Δημοσίων σχέσεων ρυθμίζουν τις διαπροσωπικές σχέσεις.
Κι ενώ όλα τα τεχνικά μέσα προσπαθούν να μας βελτιώσουν τη ζωή και τις συνθήκες της, η μοναξιά ανθίζει και καρποφορεί και δυναστεύει τη ζωή μας. Μοναξιά το παιδί. Το πρότυπο μητέρας έχει αλλάξει, γιατί η μητέρα εργάζεται, πρέπει να εισφέρει στο σπίτι σαν ισότιμο μέλος με τον άντρα. Πληρώνει το τίμημα της ισοτιμίας. Η γιαγιά, η παλιά εύκολη λύση, είναι κι αυτή απασχολημένη με πολλούς τρόπους –εργασία, κοινωνικές υποχρεώσεις, ψυχαγωγία.
Το παιδί, θα περάσει τις ώρες στους σταθμούς και τα σχετικά απρόσωπα κέντρα. Μοναξιά ο νέος. Έχει πάρα πολλές παροχές. Τα ταχύτατα και εύκολα μέσα επικοινωνίας έκαναν τα ταξίδια γρήγορα και προσιτά. Θεάματα κάθε είδους. Σχέσεις με το άλλο φύλο ελεύθερες να τις χαίρεται κάθε στιγμή. Όμως, η αβεβαιότητα για το που βαδίζει η έλλειψη της πίστης της θρησκευτικής, η απουσία της οικογένειας που συγκεντρωνόταν γύρω από το ίδιο τραπέζι, το βράδυ για ένα διάλογο ζεστό, η αβεβαιότητα της επαγγελματικής επιτυχίας, του σκοτεινιάζουν τη διάθεση και τη χαρά της ζωής. Η ζωή έχασε την υπέρτατη αξία της. Βλέπουμε σήμερα πολλές αυτοκτονίες, άμεσες και έμμεσες. Γιατί έμμεση αυτοκτονία είναι και το ρίξιμο στα ναρκωτικά.
Και ύστερα η μοναξιά της τρίτης ηλικίας. Βλέπουμε κι εδώ η τεχνική πρόοδος βοήθησε την ιατρική. Καινούργια φάρμακα και τρόπους θεραπείας. Και η ιατρική βοήθησε τον άνθρωπο να κρατάει τα χρόνια της νεότητας περισσότερο, να παρατείνει αρκετά το χρόνο της ζωής. Όταν όμως, ο άνθρωπος φτάνει στην ηλικία που μπορεί μόνο να παίρνει και όχι να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, γίνεται κοινωνικό βάρος. Εμείς, στο επάγγελμά μας –του γιατρού- συναντούμε πολύ συχνά τον εγκαταλελειμμένο ηλικιωμένο που έχει αφεθεί στη σκληρή του μοίρα. Οίκοι ευγηρίας ξεφυτρώνουν παντού. Δεν είναι τίποτε άλλο από θερμοκήπια για το δέντρο της μοναξιάς.
Αυτά όλα είναι καθημερινές διαπιστώσεις. Δεν μένει παρά να προσπαθήσουμε για κάποιες λύσεις. Που θα κάνουν τον τεχνικό πολιτισμό όπλο ευτυχίας μόνον σε ανθρώπινα χέρια.
Και επειδή από τον άνθρωπο δημιουργήθηκαν όλα τα προβλήματα, ο άνθρωπος πάλι μπορεί να βγει απ’αυτό, να βρει τη λύση και τη θεραπεία τους.
Ο Ευάγγελος Σαββόπουλος [πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κινήσεως στην Ελλάδα, πρώην Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Ευρώπης], σε μια διάλεξή του ‘Αγάπη και Δημόσιος Βίος’ λέει κάπου: ‘Ως λύση των κοινωνικών προβλημάτων, πολλά δοκιμάστηκαν μέχρι σήμερα. Τα προβλήματα όμως, παραμένουν. Γιατί λοιπόν να μην επιμείνουμε για το καλύτερο και ανέξοδο κοινωνικό φάρμακο, την ΑΓΑΠΗ. Η αγάπη που είναι προϋπόθεση ΕΙΡΗΝΗΣ’.
Και ο Schiller γράφει κάπου: ‘Άπειρες αρμονίες κοιμούνται μέσα μας περιμένοντας την προσταγή για να ζήσουν’.
                             
                         Τούλα Μπούτου

Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

Η ΠΕΙΡΑ ΜΟΥ




Η ΠΕΙΡΑ ΜΟΥ

Πείρα μου πόσο σε μισώ!
Πείρα μου ακριβοπληρωμένη,
αξιοθαύμαστη πείρα μου.
Εσύ τα βήματα που ξέρεις να κάνεις
σταθερά και μονότονα.
Τα μάτια να βλέπουν
τον ξεκάθαρο ορίζοντα
ίσια μπροστά.
Τίποτα πέρα απ’τη γραμμή
του ορίζοντα!
Που ξέρεις να προβλέπεις
και να μαντεύεις την καταιγίδα
και το ξάφνιασμα της προσμονής.
Που ξέρεις να ξύνεις
τη χρυσή κορνίζα της αυταπάτης
για να φανεί το μπρούντζινο περιθώριο
της στεγνής αλήθειας.
Σε κουβαλώ μέσα μου.
Αναπόσπαστο φορτίο του είναι μου.
Παγωμένη βροχή
στα τρυφερά φτερά που τρεμουλιάζουν.
Και σύ, καταλυτική,
ξέρεις να κατακτάς κάθε στιγμή κι ένα μου κύτταρο.
Σίγουρη για την τελειωτική σου Νίκη.
Πείρα μου σεβάσμια
με ξέμαθες να ονειρεύομαι.
Γι΄αυτό σε μισώ!


         (από την ποιητική συλλογή Με μιαν ανάσα)

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ




ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ
(3 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1911)


Μετά τη μουσική υπάρχει η λογοτεχνία για να μπορεί να καταργεί σύνορα και διαφορές που χωρίζουν ανθρώπους και λαούς κι έτσι να τους φέρνει πιο κοντά. Σε μια άμεση επικοινωνία με τον Παγκόσμιο Άνθρωπο. Αυτή η πνευματική επικοινωνία είναι κι ένα σημαντικό σκαλοπάτι προς την παγκόσμια ειρήνη, την κατανόηση, την εύστοχη ανταλλαγή στοιχείων πολιτισμού, τη χρήσιμη επιρροή του ενός λαού προς τον άλλο. Γνώσεις, πληροφορίες που επιδρούν στο πνευματικό επίπεδο και συνεισφέρουν στην πνευματική ανάταση.
Η ελληνική λογοτεχνία με το δυναμικό της προβάδισμα αφού τα πρώτα έπη, τα Ομηρικά- υπήρξαν γέννημα ελληνικό αξίζει και πρέπει να αναγνωρίζεται, να αγαπιέται και πάντα να ερευνάται. Και φυσικά πρώτα από τα ίδια τα παιδιά της, τους Έλληνες. Υπάρχουν βέβαια πάντα οι ατομικές προτιμήσεις του κάθε μελετητή ή του απλώς αναγνώστη για τον ένα ή τον άλλο πνευματικό δημιουργό. Υπάρχουν όμως και αυτοί που κατέχουν μια ξεχωριστή αίγλη και έτσι αναγνώριση για την ιδιαιτερότητα του έργου τους. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης υπήρξε ένας από αυτούς. Με τούτη τη χρονιά, το 2011 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την παντοτινή απουσία του.
Μέσα στον σημερινό ορυμαγδό της επικίνδυνης κατηφορικής πορείας του πολιτισμού και των ηθικών αξιών ο Α.Π. είναι μια από τις φυσιογνωμίες που μπορούν να εκφράζουν από τόσο κοντά τον Αληθινό Άνθρωπο. Υπήρξε ένας επίγειος άγιος που εξέφρασε αυτή την ιδανική του προσωπικότητα με το θαυμάσιο λογοτεχνικό του έργο. Με μια σπάνια μοναδικότητα που τη συναντάς σε κάθε του έκφραση. Κατόρθωσε να γράψει σε μια ‘δίπλευρη, μικτή γλώσσα’ όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ανδρέας Καραντώνης στα «Κριτικά» του, (σελ. 175). Σε μια εποχή που στην Ελλάδα η καθαρεύουσα επικρατούσε πέρα για πέρα σα γραφή και ο Αλέξανδρος τη χειριζόταν με απόλυτη γνώση και ευλυγισία, κατόρθωσε να τη ζευγαρώνει αρμονικά με μια χαριτωμένη ολοζώντανη δημοτική παρεμβάλλοντας αυτήν στους διαλόγους των ηρώων. Αυτό τον έκανε κατανοητό και από νεότερους αναγνώστες και μέχρι σήμερα μπορεί να γίνεται απολαυστική η ανάγνωση των κειμένων του και από τους νέους που δεν έχουν καθόλου γνωρίσει την καθαρεύουσα. Δεν χρειάζεται μετάφραση ή επεξήγηση η γραφή του μοναδικού μας αυτού πεζογράφου. Όσοι το δοκίμασαν απέτυχαν.
Γεννήθηκε –το αναφέρει και ο ίδιος σε ένα μικρό αυτοβιογραφικό του κείμενο του 1907- στη Σκιάθο, στις 4 Μαρτίου του 1851 κι εκεί φοίτησε τα πρώτα σχολικά του χρόνια. Την Γ’ Γυμνασίου την ολοκλήρωσε σε ένα Γυμνάσιο του Πειραιά. Κατόπιν για λόγους οικονομικούς σταμάτησε για ένα διάστημα, ξανάρχισε πάλι. Το 1874 συνέχισε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Συγχρόνως έγραφε στίχους και ζωγράφιζε αγίους. Η εξαϋλωμένη και τόσο εσωστρεφής βαθιά σκεπτόμενη ειρηνική προσωπικότητά του βρίσκει δρόμους εσωτερικούς γαλήνης και δημιουργίας μόλο που ζει σε ένα κλίμα σκληρής οικονομικής λιτότητας. Γιατί άραγε άνθρωποι σαν αυτόν που υπήρξε μια συνεχής πηγή παροχής αγάπης, θυσίας –θυσιάστηκε αβίαστα και ολοκληρωτικά για την οικογένεια του, την μητέρα του και τις τρεις ανύπαντρες αδερφές του- εργασίας τίμιας, έξω από το παραμικρό υλικό συμφέρον, γιατί να μην γίνονται αυτοί τα φωτεινά παραδείγματα, τα λατρευτικά είδωλα της κοινωνίας ώστε να μπορούν να βρίσκουν μιμητές ανάμεσα στους θαυμαστές τους; Γιατί οι άνθρωποι έλκονται από τόσο λανθασμένα πρότυπα που διαθέτουν μόνο ένα εξωτερικό επίπλαστο λούστρο ομορφιάς και εντυπωσιασμού; Πυροτεχνήματα της κάθε εποχής που είναι φυσικό να σβήσουν πολύ σύντομα σαν ένα πυροτέχνημα σ’έναν αμέτοχο ουρανό. Αυτή τη λάμψη ποτέ δεν την επεζήτησε ο Α.Π. με το έργο του που ήταν κυρίως πεζογραφήματα, διηγήματα αλλά και ποίηση και μυθιστόρημα, όπως: ‘Η μετανάστις’, ‘Οι έμποροι των εθνών’, ‘Η Γυφτοπούλα’, ‘Ο Χρήστος Μηλιώνης’. Έζησε από αυτό το έργο του το λογοτεχνικό, το μεταφραστικό, το δημοσιογραφικό. Κορυφαίο σε αλήθεια, πρωτοτυπία και δραματική έκφραση παρέμεινε το διήγημά του ‘Η Φόνισσα’
Τα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής του συνήθισε να πηγαίνει στη Πλάκα, στο εκκλησάκι στον Άγιο Ελισσαίο για να ψέλνει. Συναναστρεφόταν με απλούς, ταπεινούς ανθρώπους. Σιγά σιγά συνήθισε το ποτό. Η υγεία του κλονίστηκε. Το 1907 γυρίζει στο νησί του όπου και τον Ιανουάριο του 1911 άφησε την τελευταία του πνοή. Τόσο απλή, τόσο λιτά γραμμένη υπήρξε η ιστορία της ζωής του. Ένας μοναχικός, αγνός άνθρωπος, που έζησε μακριά από κακίες, μίση, φιλοδοξίες, υλικά συμφέροντα κι ας έκρυβε μέσα σ’αυτή την απλότητα την μεγάλη πνευματική του αξία.
Το έργο του είχε αρχίσει, όπως γίνεται σε πολλούς συγγραφείς, με ποίηση. Σε ένα ποίημά του είχε γράψει:
Μάνα μου εγώ’μαι τ’άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι
όπου το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει.
Το δόλιο όπου να στραφεί κι όπου κι αν περάσει
δεν βρίσκει πέτρα να σταθεί, κλωνάρι να πλαγιάσει.
Εγώ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλα αποδαρμένη,
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό, σε θάλασσα αφρισμένη.
Παλεύω με τα κύματα χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα πλην την ευχή σου μόνη.

Ο Παύλος Νιρβάνας αναφέρει σε ένα του κείμενο (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εστία, στις 7/1/2011) ότι η μοναδική φωτογραφία του Παπαδιαμάντη οφείλεται σε μια ‘κλοπή’ που έκανε αυτός. Έτσι υπαινίσσεται τον τρόπο που κατόρθωσε να τον πείσει για να του τραβήξει αυτή τη φωτογραφία αφού πρώτα πήγε να τον ξεγελάσει ότι αυτό που κρατάει δεν είναι φωτογραφική μηχανή αλλά ιατρικό εργαλείο. Αναφέρεται στο κείμενο: ‘εκάθισε σε μια παλοκαρέκλα, εσταύρωσε τα χέρια του κι έσκυψε το κεφάλι εις την υπέροχον ασκητικήν στάσιν που διέσωσεν η φωτογραφική πλάκα. Ένας ζωγράφος δεν θα ημπορούσε να του δώσει πλέον εκφραστικήν στάσιν απ’αυτήν που έλαβε ασυναισθήτως ο ίδιος’. Για τη πράξη του αυτή, δηλαδή τη ‘κλοπή’ αναφέρει ο Νιρβάνας, πως είναι ‘ο καλύτερός μου τίτλος απέναντι των μεταγενεστέρων. Οι σύγχρονοί μου ας μου αναγνωρίσουν τουλάχιστον ότι διέσωσα την τιμήν της εποχής των’.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε ως κύριο άρθρο στο περιοδικό Πειραϊκά γράμματα, τ. 65

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011

ΟΝΕΙΡΟ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ




«Όνειρο απίστευτο η λιόχαρη μέρα»
μες στου χειμώνα τη σκληρή αγκαλιά
κι εγώ του Πορφύρα βαρκούλα γυρεύω
μακριά να με πάει για λίγη χαρά.

Κουρασμένο σκαρί, τα κουπιά σκεβρωμένα
κι έχουν τόσο ξεχάσει ν’αψηφούν τ’Ανοιχτά…
τόσες οι ‘άδειες θέσεις’ τριγύρω!
και μια λέξη γραμμένη παντού, μοναξιά.

Του κάκου γυρεύω τους παλιούς μου συντρόφους
στης ζωής το ταξίδι τη γλυκιά συντροφιά
Μοναχή μου μ’αφήκαν. Κι ούτε ξέρω να λάμνω
με κουπιά σκεβρωμένα και σκισμένα πανιά.

Μα η μέρα η γαλάζια που ακόμα επιμένει
Λιόχαρη να’ναι… υποσχέσεις σκορπά
πως ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΗΣΙ! Ταξιδιώτες προσμένει,
κι έχει πάντα για κείνους μι’ανοιχτή αγκαλιά.

Μα εγώ τώρα έχω πια συνηθίσει
τη σαθρή μου βαρκούλα τ’άχρηστά της πανιά
αραγμένη σιμά της… κι από κει ν’άγναντεύω
την ηλιόχαρη μέρα ώσπου να’ρθει η νυχτιά.

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Η Αγάπη...





Η Αγάπη δεν αγοράζεται!
Η Αγάπη δεν μετριέται!
Η Αγάπη χαρίζεται!
Η Αγάπη σκορπιέται!

Η Αγάπη δεν δανείζεται!
Αν δεν έχεις, τι να δώσεις;
Σπόρους της απλόχερα φύτεψε
Μήπως έτσι τη φύτρα της σώσεις!


angel

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

Αν...




Αν…

Αν ο υετός των δακρύων
μπορούσε να καταυγάσει το σκότος
                των αμετάκλητων ενοχών…

Αν η εαρινή ανθοφορία
                μπορούσε να σημαιοστολίσει την ανθρώπινη ένδεια…

Αν η Πίστη να εισχωρήσει μπορούσε
                μέσα στο ατσαλένιο κέλυφος της Μοναξιάς
                και της αδιέξοδης Νύχτας η κατάφαση
                στο λυκαυγές μιας πρωτόγνωρης οδοιπορίας
αν καταποντιζόταν…

Τότε της Ελπίδας το νιογέννημα
                μέσα στο λίκνο μιας σίγουρης Ανατολής
                θα σηματοδοτούσε την Ανάσταση…