Φωτογραφίες από τα βιβλία μου και την 'Αμυγδαλιά'

Όλα τα βιβλία της Τ. Μπούτου, επιλεγμένα τεύχη από τα Πειραϊκά Γράμματα, θεατρικές παραστάσεις, εκδηλώσεις, βραβεύσεις κ.α

.

.

.

Μικρό απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο «Η Κίνα του 1978, Το μεγάλο ταξίδι της ζωής μου», από τις εκδόσεις Vivliologia (2015)

Κριτικές και αναφορές στο έργο της Τούλας Μπούτου

δείτε κι άλλες κριτικές εδώ

.

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Η ΠΕΙΡΑ ΜΟΥ



Πείρα μου πόσο σε μισώ!
Πείρα μου ακριβοπληρωμένη,
αξιοθαύμαστη πείρα μου.
Εσύ τα βήματα που ξέρεις να κάνεις
σταθερά και μονότονα.
Τα μάτια να βλέπουν
τον ξεκάθαρο ορίζοντα
ίσια μπροστά.
Τίποτα πέρα απ’ τη γραμμή
του ορίζοντα!
Που ξέρεις να προβλέπεις
και να μαντεύεις την καταιγίδα
και το ξέφτισμα της προσμονής.
Που ξέρεις να ξύνεις
τη χρυσή κορνίζα της αυταπάτης
για να φανεί το μπρούντζινο περιθώριο
της στεγνής αλήθειας.
Σε κουβαλώ μέσα μου.
Αναπόσπαστο φορτίο του είναι μου.
Παγωμένη βροχή
στα τρυφερά φτερά που τρεμουλιάζουν.
Και σύ, καταλυτική,
ξέρεις να κατακτάς κάθε στιγμή κι ένα μου κύτταρο.
Σίγουρη για την τελειωτική σου Νίκη.
Πείρα μου σεβάσμια
με ξέμαθες να ονειρεύομαι.
Γι’ αυτό σε μισώ!


Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

Γεώργιος Σουρής (1853-1919)



Ο ονομαστός αυτός σατιρικός ποιητής, γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου στις 2 Φεβρουαρίου του 1853. Η καταγωγή του ήταν από σοβαρή και εύπορη οικογένεια. Ο πατέρας του Χριστόφορος, είχε γεννηθεί στα Κύθηρα και είχε ασχοληθεί με το επάγγελμα του εμπόρου με ικανοποιητικά αποτελέσματα.

Όταν η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ο Χριστόφορος Σουρής διέθεσε όλη του την περιουσία για ν’ απαλλάξει τον αδελφό του από χρέη, που του είχαν δημιουργηθεί από την αποτυχημένη ασχολία του με το εμπόριο.

Ο Γεώργιος είχε την επιθυμία να ασχοληθεί με την επιστήμη της Θεολογίας, όμως η οικογένεια είχε πλέον την ανάγκη από οικονομική βοήθεια και ο γιος του έπρεπε να προσφέρει αυτή τη βοήθεια το συντομότερο. Αρχίζει λοιπόν με το εμπόριο όπως ο πατέρας του και πηγαίνει γι’ αυτό στη Ρωσία. Αλλά δεν σημείωσε καμιά πρόοδο και γρήγορα γυρίζει στην Αθήνα.

Διορίσθηκε γραφέας σε κάποιο συμβολαιογραφείο και συγχρόνως γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου. Χωρίς επιτυχία ούτε στις σχολικές, ούτε στις πανεπιστημιακές του επιδόσεις.

Μια μέρα, ένας φίλος του ήλθε και τον παρακάλεσε να γράψει έναν επικήδειο λόγο για τη μνηστή του, που είχε φύγει ξαφνικά από τη ζωή. Ο Σουρής προτίμησε να γράψει ένα ποίημα για την περίπτωση. Αυτό το ποίημα, το οποίο είχε μεγάλη επιτυχία, έγινε η αρχή της λαμπρής του διαδρομής στην ποίηση. Ποιήματά του αρχίζουν να δημοσιεύονται σε εφημερίδες και περιοδικά. «Μη χάνεσαι», «Ραμπαγάς», «Αριστοφάνης», «Ασμοδαίος» και άλλα. Με το ψευδώνυμο Souris.

Το 1881 παντρεύτηκε την Μαρία Κωνσταντινίδου από τη Χίο, το γένος Αργέντη – Ροδοκανάκη και από το γάμο αυτό απέκτησε πέντε παιδιά. Υποδειγματικός σύζυγος και πατέρας με ιδιαίτερη αδυναμία, αγάπη, εκτίμηση στη γυναίκα του. Κανένα του ποίημα δεν δημοσιεύτηκε πριν το κρίνει η κυρία Σουρή.

Μετά την αποτυχία του στις εξετάσεις της Φιλολογίας, αποφάσισε να εκδώσει ένα έμμετρο σατιρικό φύλλο, τον «Ρωμηό». Το πρώτο φύλλο είδε το φως στις 2 Απριλίου του 1883 και συνέχισε να εκδίδεται σχεδόν επί 50 χρόνια. Έγινε ένα φύλλο προσφιλές για κάθε Αθηναίο και όχι μόνο, που στους έξυπνους στίχους του ξεχνούσε τις δύσκολες ώρες που περνούσε κατά καιρούς η πατρίδα μας.
Ακόμη και στις πολύ σύντομες θερινές διακοπές του, ο ποιητής μας συνέχιζε να γράφει.

Έκανε μια αριστοτεχνική μετάφραση των «Νεφελών» και αυτό έγινε η αιτία να καλείται νέος Αριστοφάνης. Επίσης το μεγαλύτερο του ποίημα «Ο Φασουλής Φιλόσοφος». Η φήμη του γρήγορα ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα και έγινε διάσημος και στο εξωτερικό. Σε πολλές χώρες κυκλοφορούσαν μεταφράσεις των ποιημάτων του και φωτογραφίες του, που από κάτω είχαν το χαρακτηριστικό δίστιχο «Εγώ ο Γεώργιος Σουρής – ιππότης του Σωτήρος – και Χιώτης διαβολόλωλος – αστείου χαρακτήρος».

Ήταν φιλάνθρωπος, ειλικρινής, ένθερμος πατριώτης. Κατόρθωσε να διαβάζεται, να γίνεται αντιληπτός, να εμπνέει αισιοδοξία παρά την απαισιοδοξία του ανθρώπου, ο οποίος απώλεσε την πίστη στο περιβάλλον. Ενέπνεε ενθουσιασμό και σκόρπιζε ελπίδες για ένα απώτερο Μέλλον. Πολλοί συγγραφείς και κορυφαίοι ξένοι άνθρωποι των γραμμάτων είχαν συνηγορήσει για να του δοθεί το βραβείο Νόμπελ.

Οι μεγάλες τρικυμίες, οι μάταιοι θόρυβοι, οι άγονοι φιλολογικοί διαπληκτισμοί, του ήταν άγνωστοι. Δεν ανήκε σε καμιά πολιτική μερίδα, γι αυτό δεν σατίριζε πρόσωπα σύγχρονά του. Και το μίσος έλειπε από τους στίχους του.
Όπως και ο πατέρας του, έτσι κι αυτός δεν έτρεφε καμιά υπόληψη για το χρήμα, γι’ αυτό ποτέ δεν το κυνήγησε και το Δημόσιο Ταμείο δεν τον εγνώρισε σαν πελάτη του, όπως θα μπορούσε να είναι.

Όπως είναι φυσικό, βρέθηκαν μερικοί που τον αποδοκίμασαν. Μερικοί τον κατηγόρησαν ότι είναι αισχρός στις εκφράσεις του. Όμως οι λέξεις που μεταχειριζόταν ο Σουρής, ήταν λέξεις της καθημερινής ζωής που οι κατήγοροί του δεν είχαν απλώς συνηθίσει να τις βλέπουν γραμμένες με τυπογραφικά στοιχεία και τοποθετημένες στη σωστή θέση. Άλλοι τον κατηγόρησαν πως έβρισκε θέματα γελοία για να ασχοληθεί (όπως στο ποίημά του «Ο Φασουλής φιλόσοφος»). Αλλ’ αυτοί απλούστατα δεν είχαν μπορέσει να εμβαθύνουν στο νόημα των στίχων, πως ο Φασουλής δεν ήταν απλώς ο Φασουλής του κουκλοθέατρου, αλλά ο άνθρωπος του λαού που βλέπει τον κόσμο με γυμνό μάτι.

Ο Σουρής ήταν απλός και ταπεινός διαβάτης, που έβλεπε τα πάντα με σκωπτικό χιούμορ και φαιδρότητα, η οποία όμως στο βάθος έκλεινε βαθιά μελαγχολία. Γιατί ενώ με τους στίχους του έκανε να γελούν τόσες γενιές ανθρώπων, ο ίδιος ήταν σχεδόν πάντα σκυθρωπός και μελαγχολικός.
Πολλοί οι λογοτέχνες που πέρασαν το κατώφλι του σπιτιού του, αλλά πολύ λίγοι οι πιστοί του φίλοι, επειδή αυτοί καταλάβαιναν τον κλειστό του χαρακτήρα. Οι θαυμαστές του έργου του, του είχαν παραχωρήσει μια βίλα στο Ν. Φάληρο. Οι κάτοικοι του Φαλήρου, έβλεπαν κάθε βράδυ τον Σουρή με τη γυναίκα του στη συνηθισμένη γωνία του καφενείου. Κι ενώ οι φίλοι του μιλούσαν και γελούσαν ζωηρά, αυτός αμίλητος σκεπτόταν, χαμένος πίσω απ’ τους καπνούς του τσιγάρου του.

Είναι πολύ γνωστός ο πίνακας των 6 φίλων (Παλαμά, Δροσίνη, Σουρή, Προβελέγγιου, Στρατήγη) κι είναι χαρακτηριστικό το ύφος του καθενός εκ των 6 αυτών ποιητών – συνοδοιπόρων.


"Οι σύγχρονοι ποιηταί", πίνακας του Γ. Ροϊλού. Στην άκρη δεξιά, ο Αριστομένης Προβελέγγιος διαβάζει ένα έργο του.
Δεξιά απ' αυτόν ο Γεώργιος Σουρής και στη συνέχεια οι Κωστής Παλαμάς, Ιωάννης Πολέμης και Γεώργιος Στρατήγης.
Πρώτος απ' αριστερά, με το μονόκλ, ο Γεώργιος Δροσίνης.

Είναι γνωστό από τα «Σκόρπια φύλλα της ζωής μου», του Γ. Δροσίνη, πως ο τελευταίος, ένα βράδυ κατηφορίζοντας την οδό Χαρ. Τρικούπη –Πινακωτών τότε – καθώς έφευγε από βεγγέρα στο σπίτι του φίλου του Σουρή– άκουσε για πρώτη φορά στη ζωή του να τραγουδιέται από κανταδόρους, μελοποιημένη, από άγνωστο συνθέτη, η αθάνατη κατόπιν «Αμυγδαλιά» του.
Ο Γεώργιος Σουρής ήταν μια ξεχωριστή φυσιογνωμία, ένας φιλόσοφος που δεν θαμπώθηκε από τίποτα σ’ αυτόν τον κόσμο.

Το 1918 ο ποιητής προσεβλήθη από ένα είδος γρίπης. Στις 17 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου σταμάτησε την έκδοση του “Ρωμηού”, που επί τόσα χρόνια είχε συντροφέψει και διασκεδάσει τους Έλληνες.

Στις 26 Αυγούστου του 1919, ο θάνατος στέρησε τον ελληνισμό από έναν Αριστοφάνη. Οι σύγχρονοί του λυπήθηκαν βαθιά για την απώλειά του. Αλλά και οι μεταγενέστεροι τον αναθυμόμαστε πολλές φορές διαβάζοντας κάτι δικό του –που πάρα πολύ συχνά θαρρείς είναι γραμμένο για τη σύγχρονη πραγματικότητα. Για τα δεδομένα της σημερινής κοινωνικής και πολιτικής μας ζωής, με την πικρόχολη εμπνευσμένη διάθεση για διακωμώδηση.

Πριν κλείσουμε αυτό το κείμενο, ας θυμηθούμε άλλη μια φορά το μοναδικό σε κάθε του λεπτομέρεια ποίημα, που εκφράζει την Ελλάδα.


Δυστυχία σου Ελλάς

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.
Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.
Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,

τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;



Κείμενο από το «Τετράδιο»
του Γιάννη Σουβαλιώτη
Με επανάκαμψη
Τούλα Μπούτου

Κριτική για τις "Αναπάντεχες κλήσεις" από τον Κωνσταντίνο Μπούρα



Μια κριτική από τον θεατρολόγο κ. Κωνσταντίνο Μπούρα για το έργο μας "Αναπάντεχες κλήσεις" στην ιστοσελίδα Γράφειν, την οποία μπορείτε να δείτε εδώ.


          «Σπεύδω αναφανδόν να υπερθεματίσω υπέρ της σύγχρονης νεοελληνικής δραματουργίας όταν οι συγγραφείς (επαγγελματίες ή ερασιτέχνες) διαπνέονται από ανθρωπιστικά ιδεώδη και προσπαθούν να μεταδώσουν μια νότα χαράς, αισιοδοξίας κι ελπίδας στα ζοφερά χρόνια της πολυπλόκαμης πολιτισμικής κρίσης που βιώνουμε όλοι εκόντες άκοντες («μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά»).


Η Τούλα Μπούτου, αφού υπηρέτησε τον Άνθρωπο ως επιστήμων γιατρός, γίνεται τώρα και ιατρός ψυχών, συνθέτοντας μια ελαφρά μαύρη κωμωδία που ερμηνεύουν ολόψυχα οι καλλιτέχνες του Θεάτρου Ελπίδα. Μακριά από δήθεν λογιωτατισμούς, ψευτοδιανοουμενισμούς και μεταμοντέρνες αρλούμπες, η ερασι-τεχνία της συγγραφέως σε συνδυασμό με την πολύπλευρη καλλιέργειά της, τον άριστο χειρισμό της ελληνικής γλώσσας και τη φιλάνθρωπη χιουμοριστική της στάση απέναντι στα πρόσωπα, στα πράγματα και στις καταστάσεις που μας βαραίνουν, αναπηδά αβίαστο το γέλιο του θεατή, που ψυχ-αγωγείται και προβληματίζεται ταυτόχρονα, ενόσω του μεταγγίζεται από σκηνής η χαρά της ζωής και μια ηθική στάση απέναντι στα αδιέξοδα, που είναι πρώτα εσωτερικά και μετά εξωτερικεύονται. Επιτέλους, πρέπει να κατανοήσουμε ότι στα Χρόνια της Κρίσης, μόνον οι δημιουργικώς εξελισσόμενοι θα αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις των καιρών και θα επιβιώσουν με αισιοδοξία κι ευγνωμοσύνη που πηγάζει από την εσωτερική κυτταρική χαρά του καθημερινού βιώματος αυτού του θαύματος που λέγεται Ζωή και μόνον ένας γιατρός με σαράντα χρόνια κλινική πείρα μπορεί να το επιβεβαιώσει αυτό καλύτερα από έναν άλλον.


Η Τούλα Μπούτου κατατάσσεται επάξια στη χορεία των αξιοθαύμαστων ιατρών-θεατρικών συγγραφέων, όπως κι ο πανάξιος Χρήστος Ναούμ. Εκ μέρους της Ανθρωπότητας, τους ευγνωμονούμε.

Δείτε τις «Αναπάντεχες κλήσεις». Δεν θα χάσετε. Θα φύγετε ανανεωμένοι. Όσο κατεθλιμμένοι και να είστε, δια του ιαματικού γέλωτος θα θεραπευθείτε και θα διαχειριστείτε τις δεξιότητες και τα ταλέντα σας με αποτελεσματικότερο τρόπο.



 Άξιοι όλοι οι συντελεστές αυτής της ευοίωνης παράστασης.

...Μετά χαράς να δω και να ξαναδώ θεάματα σαν αυτό που δεν προσβάλλουν την αισθητική μου. Γιατί τι άλλο είναι η κακογουστιά παρά άγνοια και ανηθικότητα; Ενώ το καλό είναι και ωραίο και χαρίζει αισθητική ηδονή στον αποδέκτη-συνδημιουργό. 
Ας παινέψουμε το Καλό μπας και πληθύνει.     Ίδωμεν!!!»

Ένα αφιέρωμα για τις "Αναπάντεχες κλήσεις"

Έγινε ένα αφιέρωμα από την Αγγέλα Γαβρίλη στην ιστοσελίδα Diavasame.gr για την νέα θεατρική μας παράσταση "Αναπάντεχες κλήσεις" που παίζεται στο Θέατρο ΕΛΠΙΔΑΣ.
Την ευχαριστούμε πολύ.

Η ιστοσελίδα που μπορείτε να δείτε το αφιέρωμα είναι η παρακάτω:
http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemid=spg2898


Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Νέοι Καιροί… όμως λίγο πιο παλιά…

Δεκέμβριος 2004. Κι οι γιορτές παρούσες, με τα κεκτημένα τους δικαιώματα που αψηφούν τόσες αναποδιές, δυστυχίες και τρομερά σαρώματα πάνω στον πλανήτη. Θα περάσουν αυτές οι μέρες διαγράφοντας τη φωτεινή τους τροχιά, που τη θέλουν πάντα ξεχωριστή και ανίκητη.
Ο αρθρογράφος της «Ελευθεροτυπίας» με πρόλαβε. Με το μελαγχολικό του αρθράκι, όμως σαν να μου χάρισε και κάποια ενδόμυχη παρηγοριά, κάτι σαν μοιρολατρικά γλυκιά παραδοχή, μου απάλυνε την αίσθηση της πίκρας που ακολουθούσε τη ματιά μου σαν ακουμπούσε εκεί, στην ίδια θέση. Μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη, όπου μία – μία από κάτω αραδιασμένες οι ευχετήριες κάρτες. Τις θυμόμουνα πολλές, πάρα πολλές, άλλες μεγάλες, άλλες μικρότερες, χρωματιστές, χρυσοστόλιστες, λιγόλογες ή κάπως πιο μακρόστιχες. Ακουμπούσε πάνω τους η ματιά μας κι ευφραινόταν… Όσο παλαιότερα τόσο περισσότερες… Μα τούτη τη χρονιά έχουν φτάσει να ‘ναι πια τόσο λίγες, τόσο κοντή κι αραιωμένη η επάλληλη γραμμή τους! Κι έλεγα λοιπόν με τον νου μου. Ε! περάσανε τα χρόνια! Θάμπωσε η σπαργή της νιότης, κόντυνε η φλόγα της επιτυχίας, η στιλπνάδα της επικαιρότητας, η ορμή της πρωτοπορίας… Μας ξεχνούν, βουλιάζουμε στην αφάνεια, κοινή των ανθρώπων η μοίρα!

Κι είναι ευτύχημα που ο Παντελής, αυτός που καμάρωνε τόσο και δεν εννοούσε να τις μαζέψουμε ακόμη και πολλές μέρες αφού οι γιορτές είχαν περάσει, «Άφησέ τις ακόμα λίγο! Μ’ αρέσουν! Να τις βλέπω» δεν μπορεί πια ν’ αξιολογήσει αριθμό και ονόματα φίλων που δεν ξεχνούν…
Όμως να, η μελαγχολική πέννα του αρθρογράφου της «Ελευθεροτυπίας» έδωσε μια άλλη διάσταση. Τόσο πραγματική, ψυχρή και αλάνθαστη. Τώρα πια τα e-mail (ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) και τα SMS (σύντομα μηνύματα μέσω κινητών) πήραν τη θέση της ανθρώπινης γραφής και της ανθρώπινης φωνής μέσα από την τηλεφωνική συσκευή.

Στο πατάρι μου πριν κάποια χρόνια, βρισκόταν η αγαπημένη μου κόκκινη βαλίτσα, η οποία ήταν γεμάτη από την προσωπική μου αλληλογραφία, που είχε αξία ανεκτίμητη για μένα αφού ήταν γεμάτη από περιστατικά ζωής, αναμνήσεις, σχέδια για το μέλλον, εξομολογήσεις κλπ. Κάποτε, με ένα τυχαίο ατύχημα -μια πλημμύρα- καταστράφηκε η κόκκινη βαλίτσα και μου έμεινε  ο καημός. Μια απώλεια για μένα που ακόμη μετράει.
Η τεχνολογία λοιπόν θριαμβολογεί κι εδώ παντοδύναμη. Οι άνθρωποι ξέχασαν να γράφουν. Η λέξη «αλληλογραφία» με την στενή της έννοια σε λίγα χρόνια θα λείψει από τα λεξικά… Όπως επίσης και το γράμμα, η επιστολή, το ραβασάκι και ότι έχει σχέση με την αλληλογραφία.


Κι ας αφήσουμε τον χρόνο, που έχει να κρίνει τόσα πολλά και καινούργια, να βρει κι εδώ μια μικρή απάντηση. Θα μπορέσει ο Άνθρωπος να γίνει ευτυχέστερος; Θα μπορέσουν αυτά, που ακολουθούν, ν’ αντικαταστήσουν επάξια και θριαμβευτικά αυτά που όλο και φεύγουν νικημένα;


Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

Μια ιστορία του πολέμου



(Το διήγημα πήρε βραβείο Λασκαριδείου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού από το Λύκειο Ελληνίδων)


Η θύελλα είχε κατέβει χαμηλά, μας έφτασε ως την πιο μικρή απόμακρη ακρούλα, μας έκλεισε μέσα στα φοβερά πλοκάμια της. Σαν φωτιά που ανάβει κι απλώνεται πάνω-κάτω, απλώνεται, θεριεύει κλείνοντας μέσα στην καταλυτική της αγκαλιά ό,τι συντυχαίνει στο φλογερό της δρόμο.
Ύστερα όλα καταλάγιασαν. Έσβησε η φωτιά, κατακάθισε και στάχτη πολλή σκέπασε τις ζωές μας, σκέπασε τις ψυχές. Ξέραμε πως η στάχτη δεν είχε παγώσει, λάβα πυρακτωμένη το κέντρο της στάχτης, όμως έπρεπε να περιμένουμε κι η ζωή να πορεύεται το δρόμο της. Τα καθημερινά δεν αλλάζουν. Αντέχουν σε όλα τα ανέλπιστα.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος αναποδογύρισε την ήρεμη πορεία μας μέσα στο χρόνο και προσπαθούσαμε να γαντζωθούμε απ’ τα καθημερινά, τα σίγουρα. Να ζούμε μέσα τους και να ‘ναι όλα σαν πριν.
Από την πρώτη μέρα, εκείνο το αξέχαστο πρωινό μιας Δευτέρας του Οκτώβρη, που οι σειρήνες άρχισαν να ουρλιάζουν δαιμονισμένα όλες μαζί, κόβοντας τον ύπνο μας σε χίλια κομμάτια, ξεσκίζοντας τ’ αυτιά μας, μια άλλη ζωή άρχιζε για όλους. Στην αρχή ήταν ο τρόμος, η απορία. Τι θα ‘ναι ο πόλεμος; Πόσο μπορεί να τ’ αλλάξει όλα; Πόσο κρατάει ένας πόλεμος;
Από την πρώτη μέρα, οι συναγερμοί, τα καταφύγια, η συσκότιση. Τα σπίτια φόρεσαν την πένθιμη στολή τους, τη σκοτεινή, οι δρόμοι γίναν σκυθρωποί, οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν με τα πρόσωπα αγέλαστα, γεμάτα φροντίδα. Η αμφιβολία, η ανησυχία, η αγωνία, η προσμονή, σύντροφοί μας αχώριστοι.
Εμείς παιδιά τότε στο Γυμνάσιο, ίσια μπροστά στη μαγική πόρτα της ζωής, που ήταν έτοιμη ν’ ανοίξει, για μας. Ήμασταν μια συντροφιά, τρελοπαρέα τη λέγαμε, ίσαμε πέντε κοριτσόπουλα. Τ’ απογέματα να μαζευόμαστε στο σπίτι της μιας μας. Οι κουβέντες έπαιρναν κι έδιναν. Τι θα γίνει, πώς θα γίνει, πόσος ο κίνδυνος, τι να κάνουμε;
Η Νίκη η αδελφή της φίλης μας της Μαρίνας ερχόταν πολύ σπάνια. Αυτή ήταν μεγάλη για τη συντροφιά μας, δε μας έκανε πολύ γούστο, δεν τη βλέπαμε συχνά, όμως τη θαυμάζαμε πολύ. Το κορμί της πλέρια μεστωμένο, με τις τονισμένες τορνευτές του στρογγυλάδες. Πάντα ντυμένη μ’ έναν αέρα απλησίαστο για μας. Ακόμα θυμάμαι τα παπούτσια της τα κρέπ, χρώμα βαθύ καστανό, ανάλαφρα και τόσο αριστοκρατικά! Ποτέ ως τότε δεν είχα δει κάτι παρόμοιο κι απόμενα να τα χαζεύω κάθε φορά που καταδεχόταν να μας πλησιάσει. Όνειρο άπιαστο ένα τέτοιο ζευγάρι παπούτσια στα δικά μας πόδια. Αμ τα σκουλαρίκια; Το κολλιέ με τις γαλάζιες χάντρες στον ψηλόλιγνο λαιμό της; Η Νίκη ζούσε μιαν άλλη ζωή ανέκαθεν.
Η Μαρίνα, η φιλενάδα μας, έξι – επτά χρόνια μικρότερη, ήταν τόσο κοντινή μας, με τη μαύρη σχολική ποδιά και το άσπρο κατακάθαρο γιακαδάκι, τα καφέ της παπούτσια με το κλασικό λουράκι και το κουμπάκι στο πλάι.
Το σπίτι τους έκρυβε κι αυτό κάποιο μυστήριο. Στον ήσυχο δρόμο, μα τόσο κοντά στην πλατεία μας, ένα ισόγειο διαμέρισμα, σε μια γκρίζα τετραώροφη πολυκατοικία. Δεν μπορούσαμε να εξηγήσουμε γιατί η μητέρα μας δεν ήθελε να πηγαίνουμε στο σπίτι αυτό. Έβρισκε λογιών – λογιών δικαιολογίες να μας εμποδίζει -την αδελφή μου κι εμένα-  να πάμε. Μα και τις άλλες οι μητέρες τους. Κι εμείς μετά το σχολείο, λαχανιαστά και γρήγορα, όποτε βέβαια και όσο μπορούσαμε, στο σπίτι της Μαρίνας. Μας υποδεχόταν πάντα σκοτεινό και κατσουφιασμένο. Μια γυναίκα -η κυρά Κατίνα- μας άνοιγε την πόρτα, μας έγνεφε βιαστικά. Περάστε στο δωμάτιο δεξιά…, μπαίναμε και έκλεινε την πόρτα μέχρι να ειδοποιήσει τη φίλη μας. Τα κλεισμένα παντζούρια, η πνιχτική σιωπή, τα βήματα που ακούγαμε μερικές φορές, οι κλειστές πόρτες, μας έκαναν να μιλάμε σιγά, να περπατάμε στις μύτες των ποδιών.
Όταν βγαίναμε ύστερ’ από λίγη ώρα, σαν να χαιρόμαστε διπλά τον ήλιο και το φως.
Όμως την άλλη μέρα θέλαμε να ξαναπάμε, κάτι μας τραβούσε. Μπορεί το κρυμμένο μυστικό του. Σπάνια άνοιγε την πόρτα του δωματίου που βρισκόμαστε κλεισμένες η μητέρα της Μαρίνας. Ήταν μια ψιλή, γεμάτη γυναίκα. Τα μάτια της μεγάλα και σκοτεινά, φορτωμένα έγνοια και σκέψη, που βάραιναν στο βλέμμα της. Μας μιλούσε αφηρημένα με τη βαθιά της φωνή, το χαμόγελο αβέβαιο και λίγο. Μαντεύαμε πως βιαζόταν να μας δει να φύγουμε. Πήγαινε κι εσύ Μαρίνα με τα κορίτσια, έλεγε τις περισσότερες φορές.
Όσο για τον πατέρα, αυτός κι αν ήταν παράξενος! Η Μαρίνα μιλούσε λίγο γι’ αυτόν, κι είχε έναν αέρα περιφρόνησης στη φωνή. Απορούσαμε. Το νιώθαμε πως τον είχε πολύ χαμηλά τον πατέρα στην καρδιά της.
Τον συναντούσαμε πολύ σπάνια στην πόρτα. Έφευγε πάντα βιαστικός με το καπέλο κατεβασμένο μέχρι τα φρύδια. Και δεν κοιτούσε ποτέ ίσια στα μάτια, αν τύχαινε να μας χαιρετήσει και να μιλήσει μια στιγμή.
Όμως εμείς αγαπούσαμε τη φίλη μας μ’ όλα της τα παράξενα. Η Μαρίνα ήταν γλυκιά και πρόσχαρη και καλή.
-«Πού τα βρίσκει όλ’ αυτά τα ωραία η αδελφή σου; Εσένα γιατί δε σου παίρνουν τα ίδια;» ρωτούσαμε καμιά φορά, όχι τόσο ευγενικά.
-«Εγώ είμαι μικρή, δε θέλω. Ύστερα η Νίκη εργάζεται και τ’ αγοράζει μόνη της».
Ποτέ δεν κατορθώσαμε να μάθουμε πού εργαζόταν η Νίκη.
Γρήγορα ήρθαν οι μέρες που μας γέμισαν χαρά και περηφάνια. Νικούσαμε. Εκεί στα βουνά της Αλβανίας οι Ιταλοί έπαιρναν ένα μάθημα λεβεντιάς και παλικαριάς απ’ τους στρατιώτες μας. Κορυτσά, Πρεμετή, Αργυρόκαστρο. Σε μια-μια απ’ τις πόλεις της Αλβανίας η σημαίας μας στηνόταν και κυμάτιζε υπερήφανη.
Τα σχολειά έκλεισαν, άνοιξαν πάλι. Ζούσαμε μέσα σε μιαν έξαψη και πυρετό. Τόσο καινούργια όλ’ αυτά! Ένα απόγεμα η Μαρίνα μας ήθελε στο σπίτι της. «Ελάτε! Η Νίκη έφτιαξε ένα γλυκό για μας!»
Μια μικρή ψευτιά για τις αντιρρήσεις της δικής μας μαμάς, που δεν άλλαζαν, και φύγαμε. Παρέα τρεις-τέσσερις φιλενάδες. Η κυρά-Κατίνα μας άνοιξε με τις ίδιες κινήσεις. Μας ήθελε να περάσουμε γρήγορα στο δωμάτιο δεξιά.
Η Νίκη κι η Μαρίνα ήρθαν αμέσως να μας βρουν. Η Νίκη πάντα ντυμένη φανταχτερά και καλόγουστα, καλοχτενισμένη κι όμορφη. Γελαστή και καταδεχτική τούτη τη φορά. Μας σερβίρισε ένα ζουμερό γλυκό, κέικ με χαρουπόμελο και καρύδια, όνειρο για την εποχή. Ύστερα ήρθε και κάθισε κοντά μας. Χαρτιά κρατούσε στα χέρια της.
-«Βρε Ανθουλάκι,» μου λέει. «Μια μεγάλη χάρη θα σου ζητήσω. Ξέρω πως γράφεις τις ωραιότερες εκθέσεις στο σχολείο, η Μαρίνα μας λέει γράφεις και τις δικές της μερικές φορές. Θέλω ν’ αρχίσω αλληλογραφία μ’ ένα φίλο μου στρατιώτη στο μέτωπο, κι εγώ δεν τα καταφέρνω καλά. Μπορείς λοιπόν να μου γράφεις εσύ τα γράμματα;»
-«Μα πώς!» Είπα απορημένα. «Τι να γράφω; Πού θα ξέρω τα γράμματα;»
-«Θα στα δίνω εγώ! Και θα μου γράφεις την απάντηση με το δικό σου χέρι. Ο γραφικός μου χαρακτήρας και η ορθογραφία μου είναι για κλάματα! Να χαρτοφάκελα. Πάρε κι αυτό το μολύβι -μου δίνει ένα ασημένιο βιδωτό πανωραίο μολυβάκι- για να γράφεις καλύτερα. Πάρε και τα γράμματα του Γιώργου μου που πολεμάει στο μέτωπο…»
Ο Γιώργος της… Πήρα τα γράμματα, βιάζομαι να φύγω, να βρεθώ μόνη, να τα διαβάσω. Ήμουν στην ηλικία της προσμονής και του ονείρου, γύρω στα δεκαπέντε-δεκάξι, κι όλα θαυμαστά και φωτεινά σε τούτον τον κόσμο. Ούτε ο πόλεμος δεν κατάφερνε να θαμπώσει τη χαρά που ανάβλυζε πολλές φορές αναίτια, από την ξεκούραστη ψυχή μας. Θα ζούσα ένα μεγάλο φανταστικό έρωτα. Ο Γιώργος της! Τον φανταζόμουν ψηλό κι όμορφο, να παλεύει τον εχθρό στα χιονισμένα βουνά, και να περιμένει ένα γλυκό λόγο, απ’ την πολυαγαπημένη του που έμεινε πίσω. Κι ήμουν εγώ που θα ‘γραφα το λόγο αυτό. Η πολυαγαπημένη του… Τα φάκελα ταλαιπωρημένα και λίγο λερωμένα, είχαν ανοιχτεί πρόχειρα και βιαστικά. Σκισμένα στις άκριες. Δεν τα πρόσεξαν τα καημένα καθώς τ’ άνοιγαν.
Μόνη στο δωμάτιό μου, βράδυ και ησυχία, ανοίγω με τόση συγκίνηση το πρώτο.
-«Γεια σου ρε Νικάκι!» έμεινα λίγο απορημένη. «Γεια σου ρε κοπελάρα μου! Σε θυμάμαι δω πάνω στις ερημιές, που βρίσκομαι, κι αχ! Να σ’ είχα για λίγο κοντά μου να κάναμε τα ωραία μας! Θυμάσαι;» Αχ τι λόγια είν’ αυτά; Γιατί ο Γιώργος γράφει έτσι; Πού είναι το “πολυαγαπημένη μου”; Ήταν αδύνατο με την απειρία της ηλικίας και της εποχής το κλίμα, να πιάσω ένα τέτοιο νόημα.
Τέλειωσα το γράμμα. Κάποια ελπίδα για το δεύτερο χάθηκε με πολλά άλλα παρόμοια.
-«Θυμάσαι κουκλάρα το ξενοδοχείο στην Ομόνοια; Θυμάσαι τα ξημερώματα που παραδέρναμε στους δρόμους; Τι κέφια ήταν εκείνα! Πότε βρε Νικάκι θα ξεφαντώσουμε ξανά; Κάνε καμιά προσευχή να βγω ζωντανός, από τούτο το μακελιό και να ξαναβρούμε τα κέφια μας».
Απόμεινα πολύ σκεφτική. Ο πόλεμος αλλάζει τους ανθρώπους, χάνουν το δρόμο, τον ίδιο τους τον εαυτό…
Πήρα τα χαρτοφάκελα, το ζηλευτό ασημένιο μολυβάκι.
Πολυαγαπημένε μου, αρχίζω, κι έβαζα όλη την ψυχή μου. Σε συλλογίζομαι κει στ’ απάτητα βουνά να διαφεντεύεις το δίκιο μας και τη λευτεριά μας…
Γράφοντας κάτι σαν μεθύσι με συνεπαίρνει. Το χέρι μου πετάει, τα γράμματα βγαίνουν σίγουρα, στρογγυλά, κρατούν ακόμα τον παιδιακίσιο χαρακτήρα τους. Όλα μια φλόγα να φτάσουν το Γιώργο της… το Γιώργο μου.
Παρά λίγο θα’ βαζα το όνομά μου, καθώς τέλειωσα το γράμμα. Μα συνέφερα.
-«Σε φιλώ με απέραντη αγάπη, η Νίκη σου».
Η υπογραφή βγήκε τόσο πειστική, ήμουν στ’ αλήθεια η Νίκη του. Παράδωσα το γράμμα στη Μαρίνα να της το δώσει, να το στείλει. Κι η απάντηση δεν άργησε.
-«Έλα βρε Ανθουλάκι! Καλά τα γράφεις, τον συγκίνησες το λεβέντη!» μου είπε η Νίκη, δίνοντάς μου το γράμμα από το μέτωπο. Η ανυπομονησία μου ακόμη μεγαλύτερη μέχρι να βρεθώ μόνη να τ’ ανοίξω.
«Αγαπημένο μου Νικάκι! Τούτη τη φορά πολύ με συγκίνησε το γραμματάκι σου. Μου κράτησε συντροφιά μέσα στην αγριάδα και την παγωνιά που ζούμε. Χτες δώσαμε μάχη στο διπλανό ύψωμα. Μας είχαν περικυκλώσει οι Ιταλοί. Μας χτυπούσαν απ’ όλες τις μεριές. Λες να κλάψει καθόλου η Νίκη αν σκοτωθώ; Σκέφτηκα κάποια στιγμή…»
Αχ! Κινδύνεψε ο Γιώργος! Πόσο θα ‘θελα να είχα μια φωτογραφία του! Πρέπει να ζητήσω μια της Νίκης να τον βλέπω τουλάχιστον καθώς του γράφω.
«Κινδύνεψες πολυαγαπημένε μου, γράφω, για μας όλους. Την ώρα που εμείς περνάμε μια υποφερτή ζωή εδώ εσύ παίζεις τη ζωή σου κορώνα-γράμματα. Είσαι ένας ήρωας, όπως και τόσοι άλλοι, όμως για μένα είσαι ο ΕΝΑΣ κι αν λείψεις, μου λείπει η ίδια η ζωή».
Πού τα βρήκα τέτοια λόγια και τόσο πάθος; Είχα διαβάσει βιβλία ερωτικά βέβαια. Η ωραία του Πέραν, η Στέλλα του Φλαμμαριόν, καμάρωναν στη μικρή βιβλιοθήκη μας, μαζί μ’ άλλα πολλά. Κι αυτός, ο Γιώργος ήταν τ’ όνειρο κι οι προσμονές μου. Θα ‘ρχόταν και για μένα ο έρωτας μια μέρα…
Τούτη τη φορά το γράμμα του Γιώργου μια πελώρια απορία. «Βρε Νικάκι, εσύ γράφεις τέτοια γράμματα; Είναι δυνατό; Δεν μπορώ να το πιστέψω. Πού τον έκρυβες αυτόν τον εαυτό σου; Ποτέ στις όμορφες ώρες που περάσαμε παραδέρνοντας εδώ κι εκεί, δεν άφησες να φανεί κάτι τέτοιο!»
-«Αυτή ήμουν πάντα» του απαντώ. «Κι έπρεπε εσύ να σκύψεις μέσα μου και να με βρεις… Εγώ αγάπη μου απ’ την πρώτη μέρα που σε γνώρισα περίμενα να μ’ ανακαλύψεις…»
Η Νίκη ενθουσιασμένη. Του ‘στελνε και κανένα γλυκό, κανένα πουλόβερ πλεγμένο -τάχα απ’ τα χέρια της- που η κυρά Κατίνα με μια μικρή πληρωμή το καλόπλεξε στα γρήγορα.
-«Βρε Ανθούλα! Αν μου τον καταφέρεις μέχρι το τέλος θα ‘χεις ένα μεγάλο δώρο!» μου λέει μια φορά.
-«Τι να καταφέρω;» ρώτησα ανόητα.
-«Μα να τον τυλίξουμε! Είναι από πλούσια οικογένεια, μορφωμένος και καλός. Γαμπρός με τα όλα του! Να τον καταφέρεις να παντρευτούμε!»
Έμεινα ακόμα πιο ανόητα απορημένη.
-«Μα και βέβαια πρέπει να παντρευτείτε αφού τον αγαπάς και σ’ αγαπά!»
Η Νίκη με χτύπησε στην πλάτη με συμπάθεια.
-«Άντε βρε μικρό!» είπε μονάχα και ψευτογέλασε.

Ο Χειμώνας όλο και πιο σκληρός. Όλα δυσκολεύουν και τα γράμματα μια αχτίδα στη σκοτεινιά. Έρχονται απανωτά και κάθε φορά ένα βήμα προσέγγισης. Ένας αέρας σεβασμού άρχισε να φυσάει ανάμεσα στις γραμμές τους. Εγώ δεν μπορούσα τότε να το αξιολογήσω, μόνο χαιρόμουν το “Αγαπημένη μου”, “Κορίτσι μου γλυκό” και “Πόσο λαχταρώ να βρεθώ κοντά σου”, “Αν δε σε είχα και σένα τι θα γινόμουν εδώ στη παγωνιά μας”.
«Γράφε μου Νίκη μου, γράφε μου φως της ζωής μου», έλεγε το τελευταίο γράμμα του Γιώργου.
Εγώ δεν περίμενα πια μήτε απάντηση. Έγραφα, έγραφα, να του κρατώ συντροφιά, όλες τις ώρες της μοναξιάς του. «Να σε φυλάει το γράμμα μου, από κάθε κακό. Βάλε το κοντά στη καρδιά σου. Με την εικόνα της Παναγιάς».
Κι η Νίκη μόνον τον κόπο να το στέλνει και να γελάει τρανταχτά κάθε φορά.
-«Μωρέ μάγια του ΄κανες και τον άλλαξες! Μπράβο Ανθούλα! Να ‘σαι καλά!»
-«Θα μου τον γνωρίσεις, όταν γυρίσει;» είπα μια φορά κι ήθελα στ’ αλήθεια τόσο να γνωρίσω το Γιώργο της, το Γιώργο μου.
-«Πώς! Πώς!» είπε και γέλασε πιο δυνατά. Οι φίλες μου με πείραζαν. Άντε να δούμε!
-«Μήπως τον ερωτευτείς στο τέλος; Θα ‘χει γούστο! Διάβασέ μας τουλάχιστον τι του γράφεις!»
Ποτέ δεν τους διάβασα ούτε μιαν αράδα.
-«Του γράφω όπως θα ‘νιωθα, αν ήμουν εγώ η Νίκη» είπα μονάχα.

Τον Απρίλη το μέτωπο το Αλβανικό έσπασε. Δεύτερο θηρίο, η Γερμανία, ήρθε στο πλευρό της Ιταλικής αυτοκρατορίας να βοηθήσει, να συντρίψουνε τη μικρή, πεισματάρα χώρα μας. Θλίψη και πόνος! Τι μας περίμενε πάλι!
-«Ανθούλα! Φτάνουν πια τα γράμματα. Σ’ ευχαριστώ» είπε η Νίκη μια μέρα. «Ο Γιώργος γυρίζει ζωντανός».
-«Θα τον δούμε λοιπόν!» είπα κι η χαρά πάλευε με τη λύπη. Δε θα ξαναγράψουμε λοιπόν στο Γιώργο μας! Τέρμα τα όνειρα κι η αγάπη.

Τα σχολεία έκλεισαν πάλι. Τη Μαρίνα είχαμε καιρό να τη δούμε. Στο σκυθρωπό της σπίτι η πόρτα θεόκλειστη. Περάσαμε, χτυπήσαμε πολλές φορές, του κάκου.
Ξαφνικά έν’ απόγεμα στην πόρτα μας η Νίκη! Ήμασταν όλες μαζί στο σπίτι το δικό μου και κουβεντιάζαμε, περνούσαμε τις άχαρες μας ώρες. Και να ‘τη! Πιο όμορφη και καλοντυμένη παρά ποτέ! Και το γέλιο της το πιο ξάστερο πράγμα στη σκοτεινιά μας!
-«Γεια σας βρε παιδιά! Τι κάνετε; Πώς τα περνάτε;»
Την κοιτάζαμε άφωνες.
-«Εσύ τι κάνεις;» είπα επιτέλους εγώ.
-«Καλά Ανθούλα μου! Για σένα ήρθα!»
Ανοίγει την τσάντα της, βγάζει ένα τούλινο μπαλάκι γεμάτο κουφέτα.
-«Γιου Χου!» Φωνάζει και μου πετάει το χαρούμενο μπαλάκι. «Παντρεύτηκα Ανθούλα! Γι’ αυτό χαθήκαμε! Και στα δικά σας! ‘Ένα γρήγορο κατοχικό γάμο! Αυτή είναι η μπομπονιέρα, δε γινόταν καλύτερη!»
Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Οι φωνές πάλευαν μέσα μου. Παντρεύτηκε! Ο Γιώργος της, ο Γιώργος μου παντρεύτηκε, κι ούτε που τον έχω γνωρίσει! Μόλις γύρισε κουβαλώντας τα γράμματά μου, τόσο γρήγορα, παντρεύτηκε!
-«Να ζήσετε!» Κατάφερα να πω. Και στην αμηχανία μου: «Έχω και το ασημένιο σου μολύβι, να στο δώσω!»
-«Α! Όχι! Στο χαρίζω, να θυμάσαι τα γράμματα που μου ‘γραφες!» είπε μεγαλόψυχα. «Αυτό λοιπόν ήταν το δώρο, για το που τα καταφέραμε!» σάρκασα μυστικά.

Η ζωή μας πήρε τον ανηφορικό αγκαθωτό δρόμο, να διαβούμε τα σκληρά χρόνια του ξενικού ζυγού. Τη Νίκη δεν τη βλέπαμε πια καθόλου. Από τη Μαρίνα μαθαίναμε πως περνάει καλά στο καινούργιο σπιτικό της, κάπου στο κέντρο της Αθήνας.
Το Γιώργο μας ποτέ δεν τον γνώρισα. Ποτέ κι αυτός δεν έμαθε ποιος του κρατούσε συντροφιά, στις σκληρές ώρες του πολέμου.
Το μόνο που έφτασε στ’ αυτιά μας είναι πως αυτός ο γάμος δεν κράτησε πολύ. Διαλύθηκε γρήγορα και ανεξήγητα.
Αργότερα η Νίκη παντρεύτηκε έναν Αμερικανό από το Τέξας -έλεγαν πως είχε πετρελαιοπηγές- κι έφυγε για πάντα από την Ελλάδα.


(Μία αληθινή ιστορία του πολέμου)



Το νέο μου βιβλίο "Διαδρομές σε παραμύθια που δεν είναι παραμύθια"


Κυκλοφορεί
το νέο βιβλίο της Τούλας Μπούτου

Είδε το φως της επικαιρότητας το νέο μου βιβλίο “Διαδρομές σε παραμύθια που δεν είναι παραμύθια” από τις εκδόσεις J&J Publications. Ευτυχώς είχαμε από την πρώτη στιγμή κάποια τυπική ανταπόκριση στον κόσμο του βιβλίου, ο οποίος δεν είναι πια τόσο απέραντος.

Το βιβλίο “Διαδρομές σε παραμύθια που δεν είναι παραμύθια” περιέχει 10 ιστορίες ζωής και ελπίδας για μικρούς και μεγάλους με τα εξής κεφάλαια:
    
     
     
     Το μπαλκόνι της προσευχής
     Ο Ιβάν
     Το μεγάλο έλατο
     Ένα μικρό θαύμα
     Στο δάσος
     Το μυστικό της Κλαίρης
     Μια υιοθεσία
     Ο θρήνος της σφήκας
     Το άρρωστο χελιδόνι
     Σαμποτάζ


Η εικονογράφηση του βιβλίου πραγματοποιήθηκε από την Ιώ Γρανιτσιώτη-Μαθιανάκη.



Τεχνικά χαρακτηριστικά βιβλίου
Διάσταση 17 x 24
Σελίδες 70
Εξώφυλλο Μαλακό
ISBN 978-960-93-7915-1

Κυκλοφορία βιβλίου Αύγουστος 2016.
Πληροφορίες:Παρ’ Ημίν”   Χαρ. Τρικούπη 11α
Αθήνα,   τηλ. 210 3811201


http://aristeaboutou.blogspot.gr/