Φωτογραφίες από τα βιβλία μου και την 'Αμυγδαλιά'

Όλα τα βιβλία της Τ. Μπούτου, επιλεγμένα τεύχη από τα Πειραϊκά Γράμματα, θεατρικές παραστάσεις, εκδηλώσεις, βραβεύσεις κ.α

.

.

.

Μικρό απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο «Η Κίνα του 1978, Το μεγάλο ταξίδι της ζωής μου», από τις εκδόσεις Vivliologia (2015)

Κριτικές και αναφορές στο έργο της Τούλας Μπούτου

δείτε κι άλλες κριτικές εδώ

.

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΛΗ ΜΕΡΑ ΠΕΙΡΑΙΑ ΜΟΥ


πηγη φωτο: http://nimertis.blogspot.gr/



ΚΑΛΗ ΜΕΡΑ ΠΕΙΡΑΙΑ ΜΟΥ
Η πρώτη γνωριμία

Πάντα υπήρχαν στη σκέψη μου, σκόρπιες εικόνες, στιγμές, και κάποια μακρινή γεύση από «Πειραιά».  Ακόμη και από την εποχή… που υπήρξα σαν «έμβρυο», οι πρώτες αθέατες παρουσίες μου ήταν εκεί, αφού ο γάμος των γονιών μου είχε γίνει στον Πειραιά, χωρίς να έχουν άμεση σχέση με καταγωγή τους από το Λιμάνι αυτό, όμως η γνωριμία τους έγινε με τη μεσολάβηση κάποιου συμπεθεριού του πατέρα μου, την αδελφή του δηλαδή είχε παντρευτεί κάποιος από τα’ αδέλφια της μητέρας μου.
Έγινε λοιπόν ο γάμος κάπου κοντά στην οδό Φιλελλήνων (τότε οι γάμοι γίνονταν μέσα στα σπίτια). 
Ο γαμήλιος μήνας τους συνεχίστηκε εκεί γύρω, κι εγώ ήμουν ο καρπός που «έδεσε» από την πρώτη βραδιά του γάμου τους, όπως έδειξαν τα μερομήνια κατόπιν.  Δηλαδή μέσα στον Πειραϊκό αέρα.  Ύστερα βέβαια έγινα μια βέρα Αθηναία, γεννήθηκα-μεγάλωσα στην Αθήνα, Πλατεία Αγάμων, όπως έλεγαν τότε την πλατεία Αμερικής.
Ο Πειραιάς δεν υπήρξε παρά ελάχιστες φορές σε όλη την παιδική μου ζωή… Αυτές οι εντυπωσιακές μνήμες από την περιφορά της εικόνας του Αγίου Σπυρίδωνα, το κρέμασμα από τα παράθυρα του σπιτιού της θείας Μαρίκας μαζί με τα’ άλλα ξαδελφάκια, για το ποιος θα δει καλύτερα αυτή την υποβλητική ιερή πομπή της περιφορά της εικόνας.
Μια επίσκεψη μαζί με τη μητέρα μου στο νοσοκομείο «Σαπόρτα» τότε για να δούμε ένα άρρωστο θείο (θυμάμαι τα στριμωγμένα κρεβάτια του τότε νοσοκομείου (Κρατικό σήμερα) μιας αποθήκης στην πραγματικότητα, την έντονη μυρωδιά αρρωστίλας που με τρόμαζε, της κλεισούρας, των βογγητών, το βιαστικό μου περπάτημα για να προφταίνουν τα βηματάκια μου εκείνα της μαμάς για να βγούμε μια ώρα αρχύτερα από το χαμηλό σκυθρωπό κτίριο.
Κάποια παιδική γιορτή στο Πειραιώτικο σπίτι της θείας, δεν θυμάμαι πια σε ποιο δρόμο, ένα σπίτι με ένα μικρό κήπο και μια μεγάλη συκιά, απ’ όπου το κέρασμα με τα κρύα ολόφρεσκα σύκα.
Κι οι πολλές διηγήσεις! Σαν παραμύθια από το στόμα της μαμάς.  Για το 1918, όταν νέα κοπέλα φερμένη από την Πόλη για να φιλοξενηθεί για λίγο καιρό από την αδελφή της μητέρας της, σ’ ένα σπιτάκι σκαρφαλωμένο στο λόφο της Καστέλας.
Όμως έγινε ο φοβερός «αποκλεισμός», η μητέρα μου αποκλείστηκε μακριά από τους δικούς της χωρίς να έχει καμιά επικοινωνία με τους δικούς της για 2 ολόκληρα χρόνια.  Που πέρασαν τόσο δύσκολα, ανυπόφορα κοντά στη τσιγκούνα κακιά θεία της  και το γιό της Φραγκίσκο, το γλυκό αγόρι, πρώτο της ξάδελφο, άρρωστο βαριά από φυματίωση που με τόση καλοσύνη την προειδοποιούσε «Μην τρως από το δικό μου πιάτο που σου δίνει η μάνα μου!  Να φας, έχω χτικιό και θα κολλήσεις!»  Φαίνεται η θεία την είχε κουράσει και αγανακτήσει μ μακρά φιλοξενία.
Αυτή η θεία Μαρία, έτσι το έφερε πολύ αργότερα η ζωή, όταν εγώ έγινα πια μια «καθαρόαιμη» Πειραιώτισσα (έτσι το ένοιωθα και το νοιώθω) εκείνη, μια πολύ ηλικιωμένη χωρίς κανένα στον κόσμο πια, αφού ο γιός της Φραγκίσκος είχε φύγει νεότατος από τη ζωή κατατρεγμένος κι αυτό και η μητέρα του από τους ανθρώπους που τότε θεωρούσαν τους φυματικούς κάτι σαν «χολεριασμένους», τόσο που τους ανάγκασαν να πάνε οι δυο τους μακριά σ’ ένα έρημο ορεινό χωριό στην Πελοπόννησο, εξόριστοι σ’ ένα καλυβόσπιτο, μέχρι το τέλος του παιδιού.  Κι εκείνη τότε να γυρίσει στον Πειραιά, σε ένα παλιό σπίτι της οδού Σηραγγίου, και στο τέλος της τραγικής ζωής της να «φιλοξενηθεί» στη δική μας Κλινική, τον «Λευκό Σταυρό».  Να γεροκομηθεί, μια συμπαθητική γριούλα πια, κι η μαμά μου να πηγαίνει να τη βλέπει, κι εγώ φυσικά σας γιατρός της Κλινικής.  Και λίγο πριν πεθάνει να πει της ανιψιάς της «Σ’ ευχαριστώ καρδούλα μου.  Συγχώρεσε με παιδί μου!»
Θυμάμαι απ’ όλα πιο πολύ τις ώρες ενός καλοκαιριάτικου πρωινού του 1950.  Κατεβαίναμε με τον φίλο και συμφοιτητή μου Κώστα με τον ηλεκτρικό στον Πειραιά.  Κάτι πολύ καινούργιο για μένα, μια νέα πόλη που γεννιόταν μπροστά μου κείνη τη στιγμή.
«Θέλεις να περπατήσουμε;» ρώτησε ο Κώστας καθώς βγαίναμε από τον Σταθμό.  «Να δεις λίγο Πειραιά;»
«Γιατί όχι; Αν έχουμε καιρό, με τέτοια λαμπρή μέρα, τέτοιο προορισμό κι ελπίδες, και τόσο καλή παρέα;  Θέλω πολύ!» είπα.
Ετοιμαζόμουν για το πρώτο μεγάλο βήμα της ζωής μου.  Φοιτήτρια στο τελευταίο έτος της Ιατρικής πια, με δυο μόνο χρωστούμενα μαθήματα.  Με μια πολύ πιεστική ανάγκη να βρω κάποια δουλειά.  Ο πόλεμος του 40 είχε γκρεμίσει πολλά από τα στηρίγματα της ζωής μας, η δουλειά του πατέρα μου (χρηματιστή) σε πολύ δεινή θέση.  Κατεστραμμένοι οικονομικά, κι η ιατρική χρειάζεται τόσα πολλά χρόνια μέχρι ν’ αρχίσεις να κερδίζεις κάποια δικά σου χρήματα.
Πειραιάς λοιπόν, φωτεινή αχτίδα ελπίδας για μια θέση «υποβοηθού» σε μια κλινική, το «Λευκό Σταυρό», όπως υποσχόταν ο Κώστας που δούλευε κιόλας εκεί.  Και παράλληλα ν’ αρχίσω και ειδικότητα.
Μια αλμυρένια φρεσκαδούρα από τη θάλασσα δεξιά μας, καραβάκια αραγμένα, κόσμος που πηγαινοερχόταν, μια τόσο συμπαθητική ζωντάνια στη μικρή βασανισμένη πόλη.
«Δεξιά μας ο Άγιος Σπυρίδωνας!» λέει ο Κώστας.
«Ωχ! Θυμάμαι την περιφορά της εικόνας του!» λέω με συγκίνηση.
«Να! Αριστερά η Αγία Τριάδα, η Μητρόπολη μας.  Πλησιάζουμε τώρα στο καμάρι μας, το Δημοτικό μας θέατρο.  Εδώ είναι το κέντρο του Πειραιά.»  Ο Κώστας τα τόνιζε όλα μ’ ενθουσιασμό, να μου ανεβάζει την καλή μου διάθεση.  «Κοίταξε καλά το ωραιότερο Θέατρο των Βαλκανίων! Κι ας πέρασε και πόλεμο!»  Θαύμασα την παρουσία του άσπρου εντυπωσιακού κτιρίου που δέσποζε μέσα στο Πειραιώτικο πρωινό.
Ο δρόμος, η Λεωφόρος Γεωργίου Α’, δεξιά-αριστερά κτίρια με την ξεχωριστή τους Αρχοντιά το καθένα.
Φτάσαμε – για πότε; - στο Πασαλιμάνι.  Έκλεισα τα μάτια μπροστά στο φως μιας πανέμορφης θάλασσας που στραφτάλιζε φιλικά απέναντι από τις μεγαλόπρεπες θύρες όπου σταματήσαμε.  «Ιδού ο Λευκός Σταυρός!  Ακτή Μουτσοπούλου 36».
Κτίριο νεοκλασικό, με τη σφραγίδα της διαχρονικής ομορφιάς να το στολίζει από πάνω ως κάτω.
«Η κλινική του Θ. Λαμπράκη, αυτή που ήρθαμε να γνωρίσεις, να δοκιμάσεις την τύχη σου, περνώντας βέβαια από την κρίση του Θόδωρου Λαμπράκη.
Έμεινα για λίγη ώρα με τα μάτια καρφωμένα στο κτήριο που έκρυβε το μυστικό του μέλλοντός μου.
Πλάι του, ένα χαμηλό μικρό κτίριο.  Ο Καραγκιόζης του Χαρίδημου!  Απέναντι ένα χαριτωμένο άσπρο κτίριο, που λες ήταν φυτεμένο μέσα στη κοντινή θάλασσα.  Ο «Όμιλος Ερετών!»
Είχα μια πρώτη τόσο εντυπωσιακή εικόνα αυτού του όμορφου λιμανιού, της δροσερής πόλης, που μου έφεραν στο νου τα παιδικά ονειρένια βήματα μου.  Τ’ ακούσματα μου για αυτή, που να, ήρθε η ώρα να τη γνωρίσω από πολύ κοντά χωρίς βέβαια να ξέρω κείνες τις ώρες που θα ήτα για ΠΑΝΤΑ.


Τούλα Μπούτου

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου