Φωτογραφίες από τα βιβλία μου και την 'Αμυγδαλιά'

Όλα τα βιβλία της Τ. Μπούτου, επιλεγμένα τεύχη από τα Πειραϊκά Γράμματα, θεατρικές παραστάσεις, εκδηλώσεις, βραβεύσεις κ.α

.

.

.

Μικρό απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο «Η Κίνα του 1978, Το μεγάλο ταξίδι της ζωής μου», από τις εκδόσεις Vivliologia (2015)

Κριτικές και αναφορές στο έργο της Τούλας Μπούτου

δείτε κι άλλες κριτικές εδώ

.

Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Κάτω από τη στάχτη…



Λ
οιπόν, είναι κι αυτές οι μνήμες οι πιο απόμακρες, χαμένες στο βάθος του χρόνου, που ξεπροβάλλουν έτσι άξαφνα και απρόσμενα και ξεπετιώνται κάτω από τόνους στάχτης και χώμα λησμονιάς που τις κρατάει αόρατες και καταπλακωμένες… Και να χορεύουν πάνω τους τόσα πολλά πιο πρόσφατα ‘χτες’ και ‘έρωτες’ και ‘μέρες λαμπροφόρετες’ και ‘νύχτες αγρύπνιας’ και ‘ασημένιας μαγείας’ και ‘μέρες δυστυχίας’. Ν’ακολουθείς κιβούρια με δάκρυα να ραίνουν το δρόμο που πατάς. Και πέπλα γάμου, γεννητούρια βλασταριών με συμβόλαια ατράνταχτα για αμέτρητα ‘αύριο’ και ‘πάντα’. Τόσα, τόσα πολλά…
Κι αυτή μια μικρούλα απρόσμενη θύμηση να ξεπετιέται ολόξαφνα απ’την ανυπαρξία της σαν χορταράκι που ξεμυτίζει θαρρετά μέσα από πέτρες και χωμάτινη ένδεια. Ναι. Ξεκρέμαστη θύμηση! Με κείνο το ντενεκεδένιο κουτί… το σκέπασμα του καλά, σφιχτά κλεισμένο για να κρατάει όσο γίνεται τη διαπεραστική οσμή της φορμόλης, να μην μπορεί να βγει από το πατάρι να σκορπίσει και να ρυπάνει τον καθαρό αέρα του σπιτικού της εποχής εκείνης… τόσο αμέτοχης σε καυσαέρια κι αναθυμιάσεις όλων των ειδών. Βάζαμε την ξύλινη σκαλίτσα… κι ανεβαίναμε στο πατάρι, πότε γω, πότε κάποιο από τα άλλα παιδιά, αν ήταν τ’αγόρια κάποιο από αυτά σαν ιππότης, το πατάρι ήταν μικρό και άβολο με τις στίβες των άχρηστων πραγμάτων και σε μιαν άκρη, μόλις ανοίγεις την πόρτα, για να το πιάνεις αμέσως, το ντενεκεδένιο κουτί. Στο δωμάτιο η παρέα περίμενε, παλιές εφημερίδες και χαρτιά στρωμένα, κι ένα τσίγκινο μεγάλο πιάτο (η ‘ευλογία’ του πλαστικού εντελώς άγνωστη). Δυο λαβίδες στο πλάι, όλα μαζί υποδέχονταν το ντενεκέ.
Η Ανατομία ήταν για μένα – και για πολλούς συμφοιτητές – το δυσκολότερο μάθημα. Το μόνο στο οποίο είχα ‘κοπεί’ στην πρώτη εξεταστική περίοδο. Κι ο αθεόφοβος σαδιστής καθηγητής με τα τρομερά κατεβαστά γυαλιά στη μύτη, μού είχε βάλει για βαθμό 4.5. Σκέτη ειρωνεία αφού η βάση ήταν το 5.0 και τόση αγωνία για τη δεύτερη εξεταστική που θαρχόταν σε λίγο.
Ο Βασίλης Π. ήταν ένα πολύ γλυκό μελαχρινό αγόρι – θυμάμαι, έρχεται στ’αυτιά μου μαζί με τα παλιά κι εκείνο το χαρούμενο, καμπανιστό, ανοιχτόκαρδο γέλιο του. προχωρημένος φοιτητής στο 5ο έτος της Ιατρικής και πολύξερος, εργαζόταν και σαν βοηθός πλάι στον Ιατροδικαστή Μ. για να βγάλει κάποιο χαρτζιλίκι. Δύσκολοι καιροί και η μόνη αφθονία… των πτωμάτων.
Αδιαχώρητο στο νεκροτομείο. Όσο πια με κείνη την ατέλειωτη μακριά αίθουσα του ανατομείου, κάθε μαρμάρινος πάγκος κι από ένα ‘πρώην’ ανθρώπινο πλάσμα που είχαν σκοτώσει η πείνα, οι κακουχίες, οι αρρώστιες, οι κακοποιήσεις του εχθρού. Η ανθρώπινη ζωή σε τραγική ευτέλεια. Όμως οι υποψήφιοι γιατροί έπρεπε να εκπαιδευτούν!
Ο Βασίλης μάς έκανε ένα μικρό φροντιστήριο. Είχε λυπηθεί την αγωνία μου για το δύσκολο μάθημα. Ήθελε να μάς βάλει τέτοιες γνώσεις στο μυαλό έτσι, να μην βγαίνουν ούτε μπροστά στο πιο άγριο ως απάνθρωπο βλέμμα του μισητού καθηγητή.
Έφτιαξε λοιπόν ένα ‘παρασκεύασμα’ από έναν ανθρώπινο εγκέφαλο που ξέκλεψε από τα αζήτητα – τόσα πολλά τότε του νεκροτομείου. Πιο πολλά ήταν τα πτώματα από τα δυσεύρετα πολύτιμα λάχανα στην αγορά. Ωραία διατηρημένο μέσα σε μπόλικη φορμόλη (μπορεί να διατηρηθεί και για μήνες, μάς είπε, όμως εμείς θα βιαστούμε. Να βιαστείτε, να προσέχετε για να τα δούμε όλα. Να τελειώνουμε μ’αυτό το δύσκολο κεφάλαιο της Ανατομίας…)
Πότε τρία, πότε τέσσερα, πότε πέντε παιδιά μαζευόμασταν στο μικρό δωμάτιο του δικού μου σπιτιού, δίπλα στο ‘μέρος’ (όπως λέγαμε την τουαλέτα). Ανοίγαμε το ταλαιπωρημένο κουτί, η φορμόλη μάς φλόμωνε. Ο Βασίλης έπιανε προσεκτικά με τις λαβίδες – τα χέρια του σε μιαν αέρινη κίνηση – το ωχροκίτρινο μαλακό ανθρώπινο κομμάτι, το έβαζε πάνω στο τσίγκινο πιάτο κι άρχιζε το μάθημα. Μάς έδειχνε και την παραμικρή λεπτομέρεια. Οι λοβοί… οι σχισμές… οι έλικες, τα επάρματα, η πληκτραία σχισμή, οι κοιλίες, η παρεγκεφαλίτιδα… Ένα ένα καθαρά ιδωμένα. Τέτοιο ξάστερο μάθημα δεν ματάκανα ποτέ στη ζωή μου. Εκτός κι από τα οστά που κι αυτά υπήρχαν σ’ένα χαρτονένιο κουτί στο πατάρι, προς μεγάλη στεναχώρια της καημένης της μαμάς μου που τι να κάνει, ας έβλεπε την κόρη της γιατρό… και χαλάλι!
Ο δάσκαλος Βασίλης μάς έδειχνε, ακούγαμε, μάς ρωτούσε, απαντούσαμε με τα μάτια πάντα στο ‘αντικείμενο’… Θυμάμαι κάποια φορά ο Λώλος (χαϊδευτικό του Γιώργου) τόσο χαριτωμένο παιδί συνοδοιπόρος – συμφοιτητής (χάθηκε κι αυτός τόσο νωρίς) που ξαφνικά σαν κάτι να τον μελαγχόλησε… Του άλλαξε τη διάθεση, κι ας είχαμε τόσο συνηθίσει στη θέα του μακάβριου κουτιού. «Για σταθείτε βρε παιδιά», είπε. «Ερχόμαστε εδώ τόσες μέρες, να πασπατέψουμε τα μυαλά αυτού του ταλαίπωρου ανθρώπινου πλάσματος… αναρωτηθήκαμε ποτέ ποιος, ποια, τι υπήρξε; Το ξέρετε πως το φάντασμά του, η ψυχή του μπορεί να περιπλανιέται τώρα δα, εδώ, ανάμεσά μας; Και θάχει τόσο δίκιο να μας οικτίρει για την αναισθησία μας!
Ψευτοχαμογελάσαμε είναι η αλήθεια. Μέσα μας σαν κάποια ανησυχία, κάποιες τύψεις. «Τι να κάνουμε;», είπα σιγά. «Να του ανάψουμε ένα κερί στην εκκλησία, να τον σκεφτούμε. Τι άλλο;»
«Τι μπορούμε να κάνουμε; Να τον μνημονεύουμε!», είπε η Μαίρη.
«Ελάτε, εμπρός!», είπε βιαστικά ο Βασίλης. «Όχι άλλο χάσιμο χρόνου… οι συναισθηματισμοί για μετά! Μεθαύριο τελειώνουμε… Δεν παίρνει άλλο. Τι να πω εγώ μ’αυτά που ζω και βλέπω στο νεκροτομείο μέρα νύχτα; Με σκέφτεστε εμένα;»
«Μεθαύριο» τελειώσαμε… Είχαμε εξερευνήσει πια κάθε γωνιά του φτωχού εγκεφάλου… Σαΐνια πια όλοι, ο Βασίλης έδειχνε με τη λαβίδα απαλά… (Το ‘παρασκεύασμα’ όλο και διαλυόταν και φύραινε σιγά σιγά). «Τι είναι;», ρωτούσε σιωπηλά πολλές φορές. Κι εμείς απαντούσαμε αμέσως με τη σειρά μας. Αλάθευτα.
Προσωπικά είχα εξασφαλίσει το 9άρι στην εξέταση για τούτη τη φορά. Όχι, καθόλου δεν πτοήθηκα από τον κίνδυνο των κατεβαστών γυαλιών και την κατσουφιασμένη φάτσα του κ. καθηγητή.
Ένα μεγάλο ‘ευχαριστώ’ στο Βασίλη. «Και τώρα; Τι θα τον κάνουμε;», είπε ξαφνικά ο Λώλος δείχνοντας το φτωχό μας σύντροφο πάνω στο πιάτο.
«Να πάμε κάπου να τον θάψουμε», είπε η Αφρούλα. Ο Βασίλης ετοιμαζόταν βιαστικός.
«Όχι παιδιά, όχι», είπε σοβαρά. «Θα το πάρω πίσω όπως το έφερα. Υπάρχει κλίβανος… όπου πηγαίνουν ‘όλ’αυτά’…»
Έτσι τελείωσαν ‘όλ’αυτά’. Κι η θύμηση του που θα υπάρχει όσο κι ο δικός μου εγκέφαλος, κουκουλώθηκε πάλι περήφανη και καρτερική κάτω από τη στάχτη της λησμονιάς…




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου