Φωτογραφίες από τα βιβλία μου και την 'Αμυγδαλιά'

Όλα τα βιβλία της Τ. Μπούτου, επιλεγμένα τεύχη από τα Πειραϊκά Γράμματα, θεατρικές παραστάσεις, εκδηλώσεις, βραβεύσεις κ.α

.

.

.

Μικρό απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο «Η Κίνα του 1978, Το μεγάλο ταξίδι της ζωής μου», από τις εκδόσεις Vivliologia (2015)

Κριτικές και αναφορές στο έργο της Τούλας Μπούτου

δείτε κι άλλες κριτικές εδώ

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Κάτω από τη στάχτη…



Λοιπόν, είναι κι αυτές οι μνήμες οι πιο απόμακρες, χαμένες στο βάθος του χρόνου, που ξεπροβάλλουν έτσι άξαφνα και απρόσμενα, ξεπετιώνται κάτω από τόνους στάχτης και χώμα λησμονιάς που τις κρατάει αόρατες και καταπλακωμένες… Και να χορεύουν πάνω τους τόσα πολλά πιο πρόσφατα «χτες», και «έρωτες», και «μέρες λαμπροφόρετες» και «νύχτες αγρύπνιας» και «ασημένιας μαγείας», και «μέρες δυστυχίας». Ν’ ακολουθείς κιβούρια με τα δάκρυα να ραίνουν το δρόμο που πατάς. Και πέπλα γάμου, γεννητούρια βλασταριών με συμβόλαια ατράνταχτα για αμέτρητα «αύριο» και «πάντα». Τόσα, τόσα πολλά…

Κι αυτή μια μικρούλα απρόσμενη θύμηση να ξεπετιέται ολόξαφνα απ’ την ανυπαρξία της σαν χορταράκι, που ξεμυτίζει θαρρετά μέσα από πέτρες και χωμάτινη ένδεια. Ναι. Ξεκρέμαστη θύμηση! Με κείνο το ντενεκεδένιο κουτί… το σκέπασμα του καλά, σφιχτά κλεισμένο για να κρατάει όσο γίνεται τη διαπεραστική οσμή της φορμόλης, να μη μπορεί να βγει από το πατάρι να σκορπίσει και να ρυπάνει τον καθαρό αέρα του σπιτικού της εποχής εκείνης… τόσο αμέτοχης σε καυσαέρια και αναθυμιάσεις όλων των ειδών. Βάζαμε την ξύλινη σκαλίτσα… κι ανεβαίναμε στο πατάρι, πότε γω, πότε κάποιο από τ’ άλλα παιδιά, αν ήταν τ’ αγόρια κάποιο απ’ αυτά σαν ιππότης, το πατάρι ήταν μικρό και άβολο με τις στίβες των άχρηστων πραγμάτων και σε μιαν άκρη, μόλις ανοίγεις την πόρτα, για να το πιάνεις αμέσως, το ντενεκεδένιο κουτί. Στο δωμάτιο η παρέα περίμενε, παλιές εφημερίδες και χαρτιά στρωμένα, κι ένα τσίγκινο μεγάλο πιάτο (η «ευλογία» του πλαστικού τελείως άγνωστη). Δύο λαβίδες στο πλάι, όλα μαζί υποδέχονταν τον ντενεκέ.

Η Ανατομία ήταν για μένα, και γι’ άλλους πολλούς συμφοιτητές, το δυσκολότερο μάθημα. Το μόνο στο οποίο είχα «κοπεί» στην πρώτη εξεταστική περίοδο. Κι ο αθεόφοβος σαδιστής καθηγητής με τα τρομερά κατεβαστά γυαλιά στη μύτη του, μου είχε βάλει για βαθμό 4.5. Σκέτη ειρωνεία αφού η βάση ήταν το 5 και τόση αγωνία για τη δεύτερη «εξεταστική» που θαρχόταν σε λίγο.

Ο Βασίλης Π. ήταν ένα πολύ γλυκό μελαχρινό αγόρι, θυμάμαι, έρχεται στ’ αυτιά μου μαζί με τα παλιά κι εκείνο το χαρούμενο, καμπανιστό ανοιχτόκαρδο γέλιο του. Προχωρημένος φοιτητής στο 5ο έτος της Ιατρικής και πολύξερος, εργαζόταν και σαν βοηθός πλάι στον Ιατροδικαστή Μ. για να βγάλει κάποιο χαρτζιλίκι. Δύσκολοι, δύσκολοι καιροί, και η μόνη αφθονία των… πτωμάτων.
Αδιαχώρητο στο νεκροτομείο. Άσε πια με κείνη την ατέλειωτη μακρυά αίθουσα του ανατομείου, κάθε μαρμάρινος πάγκος κι από ένα «πρώην» ανθρώπινο πλάσμα, που είχαν σκοτώσει η πείνα, οι κακουχίες, οι αρρώστιες, οι κακοποιήσεις του εχθρού.

Η ανθρώπινη ζωή σε τραγική ευτέλεια. Όμως οι υποψήφιοι γιατροί έπρεπε να εκπαιδευτούν!
Ο Βασίλης μας έκανε ένα μικρό φροντιστήριο. Είχε λυπηθεί την αγωνία μου για το δύσκολο μάθημα, ήθελε να μας βάλει τέτοιες γνώσεις στο μυαλό έτσι, να μη βγαίνουν ούτε μπροστά στο πιο άγριο ως απάνθρωπο βλέμμα του μισητού καθηγητή. Το πιο δύσκολο κεφάλαιο, ο ανθρώπινος εγκέφαλος.
Έφτιαξε λοιπόν ένα «παρασκεύασμα» από έναν ανθρώπινο εγκέφαλο, που ξέκλεψε από τα αζήτητα -τόσα, τόσα πολλά τότε πτώματα- του νεκροτομείου. Πιο πολλά ήταν τα πτώματα από τα δυσεύρετα πολύτιμα λάχανα στην αγορά. Ωραία διατηρημένο μέσα σε μπόλικη φορμόλη (μπορεί να διατηρηθεί και για μήνες μας είπε, όμως εμείς θα βιαστούμε, να βιαστείτε να προσέχετε για να τα δούμε όλα. Να τελειώνουμε μ’ αυτό το δύσκολο κεφάλαιο της Ανατομίας…).

Πότε τρία, πότε τέσσερα ή πέντε παιδιά μαζευόμασταν στο μικρό δωμάτιο του δικού μου σπιτιού, πλάι στο «μέρος» (όπως λέγαμε την τουαλέτα). Ανοίγαμε το τσίγκινο ταλαιπωρημένο κουτί, η φορμόλη μας φλόμωνε. Ο Βασίλης έπιανε προσεκτικά με τις λαβίδες -τα χέρια του σε μίαν αέρινη κίνηση- το ωχροκίτρινο μαλακό ανθρώπινο κομμάτι, το έβαζε πάνω στο τσίγκινο πιάτο κι άρχιζε το μάθημα. Μας έδειχνε την παραμικρή λεπτομέρεια. Οι λοβοί… οι σχισμές… οι έλικες, τα επάρματα η πληκτραία σχισμή, οι κοιλίες, η παρεγκεφαλίτιδα… Ένα – ένα καθαρά ιδωμένα. Τέτοιο ξάστερο, ζωντανό μάθημα δεν ματάκανα ποτέ στη ζωή μου. Εκτός κι από τα οστά που κι αυτά υπήρχαν σ’ ένα χαρτονένιο κουτί στο πατάρι, προς μεγάλη στενοχώρια της καημένης της μαμάς μου που τι να κάνει, ας έβλεπε την κόρη της γιατρό… και χαλάλι!

Ο δάσκαλος Βασίλης μας έδειχνε, ακούγαμε, μας ρωτούσε, απαντούσαμε με τα μάτια πάντα στο «αντικείμενο…» θυμάμαι κάποια φορά ο Λώλος (χαϊδευτικό του Γιώργου) τόσο χαριτωμένο παιδί συνοδοιπόρος – συμφοιτητής (χάθηκε κι αυτός τόσο νωρίς) που ξαφνικά σαν κάτι να τον μελαγχόλησε…
Του άλλαξε τη διάθεση, κι ας είχαμε πια τόσο συνηθίσει στη θέα του μακάβριου κουτιού. «Για σταθείτε βρε παιδιά» είπε. Ερχόμαστε εδώ τόσες μέρες, να πασπατέψουμε τα μυαλά αυτού του ταλαίπωρου ανθρώπινου πλάσματος… αναρωτηθήκαμε ποτέ ποιος, ποια, τι υπήρξε; Το ξέρετε πως το φάντασμά του, η ψυχή του μπορεί να περιπλανιέται τώρα δα, εδώ, ανάμεσά μας; Και θαχει τόσο δίκιο να μας οικτίρει για την αναισθησία μας!»

Ψευτογελάσαμε είναι η αλήθεια. Μέσα μας σαν κάποια ανησυχία, κάποιες τύψεις. «Τι να κάνουμε;» είπα σιγά… Να του ανάψουμε ένα κερί στην εκκλησία, να τον σκεφτούμε. Τι άλλο; «Τι μπορούμε να κάνουμε; Να τον μνημονεύουμε…!» είπε στοχαστικά η Μαίρη.

«Ελάτε εμπρός!» είπε βιαστικά ο Βασίλης. «Όχι άλλο χάσιμο χρόνου… Οι συναισθηματισμοί για μετά! Μεθαύριο τελειώνουμε… Δεν παίρνει άλλο. Τι να πω εγώ μ’ αυτά που ζω και βλέπω στο νεκροτομείο μέρα – νύχτα; Με σκέφτεστε εμένα;»
«Μεθαύριο» τελειώσαμε… Είχαμε εξερευνήσει πια κάθε γωνία του φτωχού εγκεφάλου… Σαΐνια πια όλοι, ο Βασίλης έδειχνε με τη λαβίδα απαλά… (Το «παρασκεύασμα» όλο και διαλυόταν, και φύραινε σιγά – σιγά). «Τι είναι αυτό;» ρωτούσε πολλές φορές σιωπηλά κρατώντας “κάτι” με τη λαβίδα. Κι εμείς απαντούσαμε αμέσως με τη σειρά μας. Αλάθευτα.

Προσωπικά είχα εξασφαλίσει το 9άρι στην εξέταση για τούτη τη φορά. Όχι, καθόλου δεν πτοήθηκα από τον κίνδυνο των κατεβαστών γυαλιών και την κατσουφιασμένη φάτσα του κ. καθηγητή.
Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στον Βασίλη. «Και τώρα; Τι θα τον κάνουμε;» είπε ξαφνικά ο Λώλος δείχνοντας τον φτωχό μας σύντροφο πάνω στο πιάτο. «Να πάμε κάπου να τον θάψουμε;» είπε η Αφρούλα. Ο Βασίλης ετοιμαζόταν βιαστικός. «Όχι παιδιά, όχι» είπε σοβαρά. Θα το πάρω πίσω όπως το έφερα. Υπάρχει κλίβανος… όπου πηγαίνουν «όλ’ αυτά»…


Έτσι τέλειωσαν «όλ’ αυτά». Κι η θύμηση του, που θα υπάρχει όσο θα μπορούμε ν’ αναπολούμε τα νιάτα και την τότε ζωή, κουκουλώθηκε πάλι περήφανη και καρτερική κάτω από τη στάχτη της λησμονιάς…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου