Φωτογραφίες από τα βιβλία μου και την 'Αμυγδαλιά'

Όλα τα βιβλία της Τ. Μπούτου, επιλεγμένα τεύχη από τα Πειραϊκά Γράμματα, θεατρικές παραστάσεις, εκδηλώσεις, βραβεύσεις κ.α

.

.

.

Μικρό απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο «Η Κίνα του 1978, Το μεγάλο ταξίδι της ζωής μου», από τις εκδόσεις Vivliologia (2015)

Κριτικές και αναφορές στο έργο της Τούλας Μπούτου

δείτε κι άλλες κριτικές εδώ

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

«Κι αν δεν έρθω εγώ μαζί σας τι πειράζει;» Το λεγε ρίχνοντας φευγαλέες ματιές στον καθρέφτη αντίκρυ της. «Τι θα λείψει από την παρέα; Αυτό που βλέπω, τ’ ολοφάνερο απόν;» συμπλήρωνε η εικόνα στη στιλπνή επιφάνεια που την αντανακλούσε. Έτσι χωρίς επιείκεια, με μια αφοπλιστική χειροπιαστή ειλικρίνεια. Αυτό το απόν…

Σίγουρα ήταν στις κακές της απόψε. «Στη χάση του φεγγαριού βρίσκεσαι;» Θυμήθηκε τη μάνα της όταν την έβλεπε με τα μούτρα κατεβασμένα. Να! Θα γυρίσουμε και κανένα αιώνα πίσω τώρα, για να συμπληρωθεί αυτή η απόλυτη απουσία του φεγγαρόφωτου…

Μα δεν έχεις καθόλου επιθυμία, περιέργεια να γνωρίσεις αυτούς τους καινούργιους φίλους; Τόσο απομονώθηκες πια; Να μη δεις την παρέα της εγγονής σου; Το αγόρι της; Εκείνη η καημένη χάρηκε τόσο όταν η πρόσκληση έκλεισε όλους μας μέσα, έκλεισε και σένα. «Και τη γιαγιά βέβαια!» είπαν. Παραμονιάτικα μόνη της θα μείνει; (μήπως και την πέταξε η Λίζα την κουβέντα… η γιαγιά θέλει να μείνει μόνη… κλπ κλπ). Αφύσικο για τη σημερινή εποχή μια πρόσκληση για Πρωτοχρονιάτικο γλέντι και με τη γιαγιά.

Η κόρη πήγαινε κι ερχόταν και οι κινήσεις της όλο και κάτι να προσθέτουν στη θαμπωτική θωριά της, όμορφη στα σαράντα της, έλαμπε μέσα στα μαγικά έξαλλα ρούχα της ακριβής “μπουτίκ”. Ο σύζυγος φώναζε από κάτω… Μην αργείτε! Κοντεύει 10 η ώρα!

Η κυρία Ελένη αναστέναξε καθώς σηκωνόταν! «Δέκα λεπτά θα κάνω μόνο» είπε καθώς προχωρούσε αργά στο πλαϊνό δωμάτιο. Η Λίζα όρμησε κείνη την στιγμή φουριόζα κι αξιολάτρευτη. «Εγώ είμαι έτοιμη!» είπε. Και χίλια σπιθωτά αστεράκια από ασημόσκονη αναβόσβηναν σοφά βαλμένα ανάμεσα στα μαύρα ολοζώντανα μαλλιά της. «Μαμά! Είσαι κούκλα!» είπε το μικρό της αντίγραφο. Η κυρία Ελένη πρόφτασε να κλείσει τη δίδυμη εικόνα στη ματιά της καθώς έβγαινε, πρόφτασε κείνη τη γλυκιά γεύση πίσω από το στέρνο της… «Είναι πολύ όμορφες… Είναι δικές μου… όμως εγώ είμαι πια τόσο μακριά…» Η μικρούλα σκέψη κρυμμένη καλά, πίσω-πίσω.

Η κόρη σταμάτησε προτού κατέβουν την σκάλα. «Μπορούσες να βάλεις λίγο ακόμα χρώμα στα χείλη. Και στα μάγουλα κάποια φωτεινή πινελιά. Πρωτοχρονιάτικη βραδιά είναι! Δεν φώναζες τη Λίζα να σε βοηθήσει με τη μαστοριά της;»

-«Καλά είμαι! Πάμε!» Είπε εκείνη.
Προχώρησε με το διακριτικό της μπλε, που είχε χωρέσει και τον στενό κύκλο από τις ανοιχτότερες πούλιες γύρω στο λαιμό. Τα μαλλιά με την ευσυνείδητη αναπαραγωγή του καστανού στο χρώμα τους… Η κοψιά της ευτυχώς γενικά δεν είχε φύγει πολύ μακριά από την λεπτή της φόρμα, εξόν από το προσεκτικότερο κάπως βήμα καθώς έσερνε ξοπίσω τα περισσευούμενα χρόνια. Σίγουρα μια ώριμη καλοβαλμένη κυρία θα έβλεπαν οι καινούργιοι φίλοι, και το αγόρι της Λίζας, τελειόφοιτος του Πολυτεχνείου και μοναχογιός αυτής της εκλεκτής οικογένειας.

Πολύς κόσμος στο τεράστιο σπίτι… Κόσμος πολύς και από διάφορες ηλικίες. Εξαίρεση για τη βραδιά αυτό το ανακάτωμα των γενεών. Κάτι σαν ανακωχή μπροστά στην επιδρομή του Νέου Χρόνου… σκέφτηκε για να νιώθει καλύτερα καθώς περνούσε το αστραφτερό κατώφλι κι η μουσική με τη σύγχρονη και κάπως ενοχλητική ζωντάνια της ξεχύθηκε να τους καλωσορίσει.
Όλοι εγκάρδιοι, όλοι μυρωδάτοι και λαμπροφορεμένοι, το αγόρι της Λίζας ένας κούκλος με το ανορθόδοξο “λουκ” τα όρθια γυαλιστερά μαλλιά, το ψευτοατημέλητο ντύσιμο με τις “σινιέ” υπογραφές, είχε κιόλας αρπάξει τη Λίζα μέσα από τους νεοφερμένους, αφού πέταξε ένα γρήγορο χαιρετισμό σε όλους και είχαν εξαφανισθεί στα ενδότερα. Οι γονείς του προχωρούσαν στις ευγενικές συστάσεις και τα καλωσορίσματα, ο κύριος της φίλησε το χέρι ευγενικά «πόσο χαίρομαι που ήρθατε!» (Τόσος θα ήταν ο γιος μου αν ζούσε, σκέφτηκε έτσι ξεκάρφωτα εκείνη, ένα γιος που είχε φύγει στα πέντε του χρόνια! Σκέψου!).

Όμορφα, καλοζυγισμένα και ταιριασμένα τα δυο ζευγάρια μέσα στη θαλερή προχωρημένη τους νεότητα… Ταίριαξαν όλα. Τα σαλόνια ήταν γεμάτα. Ξεχώρισε κιόλας τα πράσινα τραπέζια, ήταν στημένα, κόσμος τα τριγύρισε. Όλο και κάτι τακτοποιούσαν πάνω τους. Αυτά θα κρατούσαν τη ζωντανή παρουσία τους μέχρι το πρωί. Η κυρία Ελένη αναστέναξε καρτερικά, ας ελπίσουμε πως κάποιος θα βρεθεί να τη γυρίσει πίσω πολύ πριν από τις πρωινές ώρες. Εξ άλλου, δεν θα χει κι η ίδια αντίρρηση να μπει σ’ ένα ταξί και να βρει μόνη της τον δρόμο της επιστροφής και της ανησυχίας.
Ατέλειωτες πρωτοχρονιές, γιορτάδες κι οι οικογενειακές συνάξεις, άλλες θαμπές, άλλες με τ’ ανεξίτηλα χρώματά τους την ακολουθούσαν καθώς έφτανε στο σαλόνι, στο χώρο που ήταν ένας καναπές. Δύο κυρίες κάθονταν στην μια του άκρη αφοσιωμένες στην κουβέντα τους. Στην άλλη κάθισε εκείνη. Η κόρη της ήρθε στο πλάι της, την ακούμπησε «Σ’ αρέσει εδώ; θα μείνεις λίγο να πάω εγώ να δω τι γίνεται μέχρι να στρωθούν τα τραπέζια του παιχνιδιού; Τώρα θα σερβίρουν και το φαγητό. Ο Γιάννης έχει πάει κιόλας μέσα. Πες μου πως σου φαίνεται, σ’ αρέσει η ατμόσφαιρα, το περιβάλλον;»

-«Όλα είναι ωραία. Οι άνθρωποι ευγενέστατοι… Μη νοιάζεσαι για μένα, διασκεδάζω και μόνο κοιτάζοντας τριγύρω. Βλέπω το σήμερα συμβιβάζομαι μαζί του και θαυμάζω».
Η κόρη της σήκωσε μια τούφα από τα μαλλιά με μια κίνηση άκρατης τρυφερότητας. «Δεν μοιάζει με τις παλιές πρωτοχρονιές μας… έτσι; Με τον μπαμπά όλα ήταν πάντα ήσυχα… Μα οι καιροί αλλάζουν. Κι ας γνωρίσεις και μία σύγχρονη, σημερινή έκδοση πρωτοχρονιάς… Έτσι;»

-«Δεν έχω αντίρρηση! Όλα χρειάζονται! Μαζί σας και στον κόσμο σας βρίσκομαι τώρα! (Γέλασε). Πάψε ν’ ασχολείσαι μαζί μου μωρό μου! Πήγαινε να βρεις τον άντρα σου. Τη Λίζα. Ωραίο το αγόρι της! Το Λιζάκι… Με το αγόρι της στα δεκαεπτά της! Α! Μα ο έρωτας είχε πάντα το Βασίλειό του στη Γη, κρυφό, φανερό, απομονωμένο για τους λίγους ή ολάνοιχτο για όλους όπως σήμερα. Βασίλειο όμως και κινητήρια δύναμη του κόσμου για πάντα!»

Η κόρη είχε κιόλας φύγει, αφομοιώθηκε με το χρώμα και το φως. Ήταν τόσο πολλοί τριγύρω, μέσα, παντού. Έπρεπε να σ’ εντοπίσουν από πολύ κοντά για να σε δούνε. Για να υπάρξεις με τη δική σου παρουσία. Ένας μεγάλος θίασος σε μια απέραντη σκηνή θεάτρου, αυτό της θύμισε η γιορτή.
Άρχισε να τρώει από το πλούσιο πιάτο, που της έφερε ένα άψογα ντυμένο, σοβαρό και προσεκτικό γκαρσόνι. Οι κυρίες της χαμογέλασαν παίρνοντας το δικό τους πιάτο. «Καλή όρεξη!» είπε για ν’ απαντήσει στο χαμόγελο, παίρνοντας και το ποτήρι της. Ένα τραπεζάκι μπροστά της, το βόλεψε εκεί. «Στην υγειά σας» είπε πάλι, μα οι κυρίες είχαν ξαναγυρίσει στην κουβέντα τους.

Η κόρη πέρασε πάλι βιαστικά, πόσο φως στα μάγουλα, στα μάτια της, περίτεχνη βέβαια η υπογράμμιση και το σοφό περίγραμμά τους… «Μαμά, εν τάξει; Έχεις απ’ όλα; Μήπως θα θελες να σε πάρω σε κάποια από τα πράσινα τραπέζια να παίξεις ρουλέτα; Θυμάσαι που παίζαμε την πρωτοχρονιά; Μήπως καμιά μπιρίμπα, να βρούμε κανένα τραπεζάκι με κυρίες;»

-«Όχι! Όχι! Βιάστηκε να δηλώσει. Θα μείνω εδώ που αισθάνομαι πολύ άνετα. Εξ άλλου από δω μπορώ να τα βλέπω όλα, δύο ζευγάρια κιόλας έχουν αρχίσει να χορεύουν. Δε θα πλήξω καθόλου, να είσαι βέβαιη». Κοίταξε το ρολόι της. Η ώρα περνούσε γρήγορα. Κόντευε κιόλας 11:30, σε λίγο ο νέος χρόνος θα έμπαινε με το καταλυτικό του βήμα και σε τούτο δω τον γιορταστικό χώρο. Για ν’ αναγγείλει την παντοδυναμία του. Να κλείνει τα κιτάπια του προηγούμενου με όλα όσα έσυρε μαζί του. Ν’ ανοίξει τις δικές του άγνωστες σελίδες, που ποιος ξέρει πόσα θα γράψουν. Τι θα γράψουν, μέσα τους. Πόσα χρόνια γίνεται το ίδιο; Χαμογέλασε μόνη της. Ας μη μιλήσουμε γι αυτό απόψε, ας το ξεχνούμε όσο μπορούμε.

-«Πόσα χρόνια;» Είπε κι η φωνή πολύ κοντά της. Ξαφνιάστηκε, σήκωσε την αφηρημένη ματιά της γεμάτη έκπληξη. Μπροστά της στεκόταν ο καλοβαλμένος κύριος, ο ηλικιωμένος άντρας με ένα ποτήρι στο χέρι. Δε θα λεγες πως χαμογελούσε, μια διφορούμενη έκφραση απορίας; Έκπληξης ακόμα και κάποιας λύπης στο σοβαρό του πρόσωπο. Έμεινε για λίγο μετέωρη.

-«Είσαι ο Πέτρος…» είπε ύστερα σα μαγεμένη.

-«Είμαι ο Πέτρος» επιβεβαίωσε χωρίς να αλλάξει έκφραση ο άντρας. Κι εσύ είσαι η Ελένη!
Έτσι, σα να σηκώθηκε απότομα κάποια αόρατη αυλαία, κι άφησε τα δύο χαμόγελά τους να φανούν. Εκείνη έκανε ν’ ανασηκωθεί.

-«Μπορώ να καθίσω πλάι σου;» πρόφτασε ο άλλος.

«Μα ναι! Βέβαια!» Έσπρωξε λίγο το τραπεζάκι με το πιάτο και το μισοφαγωμένο περιεχόμενο, τραβήχτηκε ακόμα πλάι, ο Πέτρος χώρεσε άνετα με την κάπως βαριά σιλουέτα. Γύρισε προς εκείνη, ακούμπησε το ποτήρι του στο τραπεζάκι, της έδωσε το χέρι και σφράγισε το δικό της και με το άλλο χέρι του.

-«Ελένη… πόσο χαίρομαι που σε βλέπω. Αληθινά χαίρομαι τόσο. Πόσες φορές αναρωτιόμουνα τι κάνεις που να βρίσκεσαι… που υπάρχεις…»

-«Είναι τόσο μεγάλος ο κόσμος μα και τόσο μικρός! Όμως όσο βρισκόμαστε πάνω του, μέσα του, όλο και κάπου μπορούν να συναντηθούν τα βήματά μας!»

-«Τούτη τη στιγμή χαίρομαι τόσο για τη μικρότητά του» είπε εκείνος «αφού γίνηκε αφορμή για να σε ξαναδώ. Ύστερα από τόσα, πόσα χρόνια;»

Η γυναίκα γέλασε, το χέρι της ακούμπησε ανάλαφρα μα απαγορευτικά τα χείλη του. «Είπαμε, είπα στον εαυτό μου, το λεγα πριν λίγο μόνη μου, να μην αναφερθούμε σε χρόνια απόψε. Κλείνει, σηματοδοτεί τόσα πολλά καινούργια μια πρωτοχρονιάτικη βραδιά. Όλα και τίποτα. Λίγο και πολύ. Αρχή και τέλος. Συνέχεια και σφραγίδα με τελεσίδικη υπογραφή. Όλα, όλα αιωρούνται απόψε γύρω μας και ο χρόνος το ίδιο».

Ο Πέτρος πρόφτασε ν’ αρπάξει την παλάμη της πριν κατέβει και ν’ αποθέσει ένα φιλί στη μέσα της όψη… «Εκεί ήθελες να σε φιλώ. Το θυμάσαι;»

-«Ω! Μα είσαι καταπληκτικός! Ανάλλαχτος! Ταιριάζεις με τη μαγεία και το μυστήριο της βραδιάς! Όμως τώρα είμαι σεβάσμια κυρίας που της φιλούν ορθόδοξα και σεβαστικά το χέρι!»

-«Αυτά για τους άλλους! Όχι για μένα! Εδώ ο χρόνος κρατάει όλο το πείσμα και την επιμονή του… μπορεί να σταματάει όπου του γουστάρει ο χρόνος, να κολλάει κάπου για πάντα! Αναπόσπαστος από τον ίδιο τον παλιό εαυτό σου!»

-«Α! Πόσο χαίρομαι να τ’ ακούω αυτό! Αν μπορούσε να γεννάει και οπτικές παραισθήσεις! Τι καλά που θα ήταν!»
Ο ηλικιωμένος άντρας σοβαρεύτηκε. «Γιατί;» είπε. «Εσύ δεν ξέρω πως με βλέπεις. Εγώ θα σε βεβαιώσω πως έχω μπροστά μου την Ελένη των 25 χρόνων. Εικοσιπέντε μέχρι τριάντα τρία. Τότε που χάθηκες από τη ζωή μου… Εγώ σε ξεχώρισα με την πρώτη ματιά μέσα σε τόσο κόσμο απόψε».

-«Αλήθεια, πώς με γνώρισες τόσο εύκολα; Ίσως επειδή είμαι η πιο μεγάλη εδώ μέσα. Παράταιρη μέσα σε τόσο σπατάλημα νιότης και ομορφιάς…

Ο Πέτρος σήκωσε το ποτήρι του, της έδωσε το δικό της. «Στην υγειά σου Ελένη! Ελένη, αυτή που πέρασε από τη ζωή μου τότε, και δεν έχει καμιά σχέση με κανένα “σήμερα” και το περιεχόμενό του».
Τσούγκρισαν τα ποτήρια, η Ελένη μπορούσε πια να τον κοιτάξει κατάματα, ένιωσε μια τέτοια σιγουριά να το κάνει.

-«Στην υγειά σου! Τα μάτια σου δεν άλλαξαν καθόλου Πέτρο!»

-«Γιατί; Επειδή εξακολουθούν να είναι καστανά;» είπε εκείνος γελώντας.

-«Όχι μόνο. Κρατούνε πάντα αυτό το παράξενο βάθος… Αυτό που το φοβόμουνα πολλές φορές, τότε, όταν τα κάρφωνες στα δικά μου για ώρα πολλή. Έμοιαζε κάπως και με κάποια αόριστη απειλή αυτό το κοίταγμά τους… Όμως μου άρεσε, μου άρεσε να τα βλέπω. Πες μου τι έκανες, τι κάνεις στη ζωή σου, θέλω να μάθω, έχεις οικογένεια, που βρίσκεσαι;»

-«Με φοβόσουνα λοιπόν… Γι αυτό έφυγες; Γιατί έφυγες Ελένη; Ποτέ δεν το μαθα! Κι ας το θελα τόσο να το ξέρω!» Η ατμόσφαιρα τριγύρω είχε ολότελα αλλάξει. Η μουσική είχε μια ζωντάνια που δεν την άγγιζε πια δυσάρεστα. Μια μαγική ομίχλη τ’ αγκάλιαζε όλα τριγύρω… Οι άνθρωποι περνούσαν ομοιόμορφοι. Το περίγραμμά τους χανόταν μέσα στο φως και τις σκιές. Κι ο Πέτρος ήταν εκεί να της θυμίζει τι θα πει έρωτας στα εικοσιπέντε. Ξεχασμένη γεύση, συναρπαστική. Τόσα, τόσα πολλά στοιβαγμένα χρόνο το χρόνο, χρόνια ασφυκτικά στοιβαγμένα πάνω σου, και με μια τοσοδούλα αφορμή η αίσθηση να ζωντανεύει ατόφια, να σαλεύει βαθειά μέσα σου… Ήταν η βραδιά; Ήταν που αποφάσισε ν’ ανακατευτεί με τα νιάτα και τη σύγχρονη ζωή; Ήταν ο Πέτρος!

Η μουσική σταμάτησε απότομα. Η οικοδέσποινα στη μέση του μεγάλου σαλονιού τους καλούσε όλους. «Σε λίγα λεπτά ο Νέος Χρόνος θα βρίσκεται στο κατώφλι μας και θα του ανοίξουμε για να μπει. Ελάτε όλοι εδώ, γύρω μου, να τον υποδεχτούμε! Τα φώτα θα σβήσουν, λίγα λεπτά στο σκοτάδι κι ύστερα το φως θα ξανάρθει μαζί με τον καινούργιο Χρόνο».

Τα γκαρσόνια κουβαλούσαν βιαστικά δίσκους με ποτήρια. Σαμπάνιες στα γυαλιστερά μεταλλικά δοχεία. Η Ελένη σηκώθηκε, πήρε το χέρι του Πέτρου. «Πάμε κοντά πριν έρθουν και με πάρουν οι δικοί μου μαζί τους.» είπε γελαστά. Ο Πέτρος σηκώθηκε, η ματιά του κρατούσε πάντα την παράξενη έκφρασή της. Την ακολούθησε προς τα κει που πήγαιναν όλοι. Στάθηκαν πλάι. Ένα χαρούμενο αόρατο μουρμουρητό ολοτρόγυρα.

-«Δεν θυμάμαι πια Πέτρο γιατί έφυγα τότε…» είπε ξαφνικά εκείνη, σιγά, πολύ σιγά μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. «Όμως τι σημασία έχει πια; Χαίρομαι που βρεθήκαμε τούτη τη βραδιά…»
Η σιωπή και το σκοτάδι ήταν για ελάχιστα λεπτά. Ύστερα όλα τα φώτα άστραψαν με μιας, ήρθαν μαζί οι φωνές, τα γέλια. «Πάει ο παλιός ο χρόνος»! Το χειροκρότημα δυνατό για τον χρόνο που έμπαινε πάνω στη ζυγαριά της ζωής των ανθρώπων. Όλοι φιλιόντουσαν.

Η Ελένη γύρισε γελαστή να δει τον σύντροφό της. Ήταν άφαντος! Κοίταξε γύρω, μπρος, πίσω… Άφαντος! Ένα γκαρσόνι της έδινε το ποτήρι με το αφρισμένο ποτό. Το κράτησε στο χέρι και προχωρούσε άσκοπα πια ανάμεσα στον πολύχρωμο κόσμο με την ξέχειλη χαρά του.


-«Μαμά! Πού είσαι επί τέλους και σε γύρευα τόσην ώρα; Χρόνια πολλά μαμά μου!» Η κόρη τη φιλούσε στα δυο μάγουλα, ο γαμπρός τη φίλησε κι αυτός. «Χρόνια πολλά παιδιά μου…» είπε αφηρημένα εκείνη. «Πού είναι το Λιζάκι; Χρόνια της πολλά!» Η ματιά της ταξίδευε πάντα ολόγυρα, κι ήταν δακρυσμένη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου