Φωτογραφίες από τα βιβλία μου και την 'Αμυγδαλιά'

Όλα τα βιβλία της Τ. Μπούτου, επιλεγμένα τεύχη από τα Πειραϊκά Γράμματα, θεατρικές παραστάσεις, εκδηλώσεις, βραβεύσεις κ.α

.

.

.

Μικρό απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο «Η Κίνα του 1978, Το μεγάλο ταξίδι της ζωής μου», από τις εκδόσεις Vivliologia (2015)

Κριτικές και αναφορές στο έργο της Τούλας Μπούτου

δείτε κι άλλες κριτικές εδώ

.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

Η ΙΑΤΡΙΚΗ - Ο ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΧΑΛΕΠΟΥΣ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ


Η
 πατρίδα μας διανύει μια από τις δυσκολότερες καμπές στην ιστορία της. Όχι μόνο στον οικονομικό τομέα - που έχει πληγεί δραματικά – αλλά και σε κοινωνική παρακμή, έκπτωση ηθικών και πνευματικών αξιών. Χαλάρωση ηθών. Μια κάμψη πολλών κατακτημένων και δεδομένων πνευματικών και υλικών αγαθών. Κι ας υπάρχει μια παντοδύναμη τεχνολογία που εκτοξεύει καθημερινά και κάτι νέο, μια κατάκτηση που συμβάλλει στην βελτίωση της ποιότητας της καθημερινής ζωής.
«Η υψηλή τεχνολογία» –έχει πει ο Jean Ronstand«προσπαθεί να μας κάνει θεούς προτού αξιωθούμε να γίνουμε άνθρωποι». Όμως το ξέρουμε καλά, πως ο ανθρώπινος παράγων, η ανθρώπινη παρουσία είναι το καθοριστικό και δημιουργικό όπλο για την καταπολέμηση του όποιου ψυχικού ή σωματικού πόνου και τίποτα υλικό δεν μπορεί να τον αντικαταστήσει.

Η Ιατρική σαν επιστήμη – όπως και η Μουσική και η Εικαστική τέχνη, απ’όλες τις άλλες Τέχνες - διαθέτει τη μοναδικότητα μιας παγκόσμιας γλώσσας. Μπορεί να γίνεται νοητή και παραδεκτή σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, από οποιοδήποτε είδος πληθυσμού.
Όσον αφορά για τον ρόλο της Τέχνης – της Μουσικής και ιδιαίτερα του Θεάτρου – σε μια τέτοια εποχή ανατροπών και ανασφάλειας, είναι γνωστό ότι έχει οδηγήσει στην δραματική αύξηση της κατάθλιψης με τα επακόλουθά της σε πράξεις αυτοκαταστροφής των ανθρώπων. Ο αριθμός των ανθρώπων που βάζουν τέλος στη ζωή τους έχει αυξηθεί κατακόρυφα.
Φυσικά τον πρώτο λόγο για βοήθεια και συμπαράσταση έχει η ιατρική πράξη, το πλησίασμα με κατανόηση από την ιατρό στον πάσχοντα όμως και η Τέχνη φαίνεται ότι πολύ σημαντικό ρόλο.

Αναφέρει η Θάλεια Ματίκα (θεατρολόγος) στο άρθρο της «Οι τέχνες ανθούν σε περιόδους κρίσης»:
«Σε εποχές κρίσης, περικοπής οικονομικών προνομίων, κοινωνικής και ιδεολογικής σήψης και παρακμής, κάθε μορφή τέχνης, ειδικότερα όμως της μουσικής και του θεάτρου, οφείλουν να μεγαλουργήσουν. Να εμπνεύσουν και να δημιουργήσουν δρόμους έκφρασης».

Τον τελευταίο λοιπόν αυτόν καιρό παρατηρούμε μια άνθηση των Θεατρικών Δρωμένων. Ο άνθρωπος, παρ’όλα αυτά τα δυσβάσταχτα προβλήματά του και κουβαλώντας τα μαζί του, γεμίζει τις θεατρικές αίθουσες, γυρεύοντας ανακούφιση, κάποια παρηγοριά. Μια ταύτιση ή μιαν απάντηση στα αναπάντητα ερωτήματα που τον κατακλύζουν και που ίσως τα βρει εδώ παροδικά, στην επαφή του με τη θεατρική τέχνη.
Το θέατρο ξεκινά από τα προϊστορικά χρόνια. Από το πρώτο ερώτημα που ο προϊστορικός άνθρωπος έθεσε για τον ίδιο του τον εαυτό. Ποιος είμαι; Από πού έρχομαι; Που βαδίζω; Αυτή η αναζήτηση της προέλευσης, αυτή η αγωνία για την πορεία μέσα στη ζωή και για το όποιο τέλος αυτής της πορείας μπορεί να βρει κάποια απάντηση μέσα στη φαντασία του και με την προσπάθεια της αναπαραγωγής της σκέψης του μέσα στα Θεατρικά Δρώμενα.
Θέατρο –από το ρήμα θεώμαι. Σημαίνει αυτό που παρίσταται. Ο τραγικός ποιητής Θέσπις, από τον  Αττικό δήμο Ικαρία (τον σημερινό Διόνυσο) έζησε τον 6ο π.Χ. αιώνα και η μνεία σ’αυτόν αποτελεί το πρώτο συγκεκριμένο ορόσημο στην Ευρωπαϊκή και θεατρική ιστορία, λέγεται πως αυτός έκανε τις μεταρρυθμίσεις στο θέατρο, χρησιμοποιώντας προσωπεία, τους κοθόρνους, κλπ. Λέγεται επίσης πως περιόδευε με το θίασό του πάνω στο άρμα με το όνομά του δίδοντας παραστάσεις σε διάφορους χώρους.
Στην κατοπινή ιστορία, το θέατρο εθεωρείτο μόνο ένα είδος ποιητικό, μέχρι και τη ρομαντική εποχή: Σκηνική παράσταση, όμως γρήγορα γίνεται η μετατροπή ενός γραπτού κειμένου σε αληθοφανή πράξη. Το θέατρο στηρίζεται στο διάλογο, αυτός είναι το βασικό του στοιχείο. Στο θέατρο συμπάσχουμε, σαν θεατές που είμαστε, με τα παθήματα, με τη ζωή του καλλιτέχνη κι έτσι καλλιεργούνται συναισθήματα συμπάθειας, αντιπάθειας, ακόμα και αγάπης. Ο ελεύθερος διάλογος, προϋποθέτει Δημοκρατία. Όταν όμως αυτή βάλλεται ή έχει εκλείψει τελείως, είναι πολύ ευπρόσδεκτες από το θεατή οι «νύξεις», οι «ατάκες» όπως λέγονται θεατρικά οι διάφορες παρεμβολές στο κείμενο του συγγραφέα, που μπαίνουν από τον ηθοποιό για να θυμίζουν την οδυνηρή απουσία αυτής της ελευθερίας στην έκφραση. Ν’ αναπτερώνουν το ηθικό των θεατών. Να τονώνουν την ελπίδα πως γρήγορα θα υπάρξει κάποια «αλλαγή» στο απαράδεκτο «σήμερα».
Είναι γνωστό πόσο το θέατρο – ειδικά η Επιθεώρηση με τον παιχνιδιάρικο λόγο, τα έξυπνα υπονοούμενα, βαλμένα με ιδιαίτερη τέχνη για να μην προκαλούν την οργή του κατακτητή – έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στην εποχή της Ιταλογερμανικής Κατοχής της πατρίδας μας στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Άνθιζαν τότε στο θέατρο οι επιθεωρήσεις που διαδέχονταν η μια την άλλη, για να μπορούν να χαμογελούν οι καταπονημένοι πολλαπλώς άνθρωποι. Οι πατριωτικοί αλληγορικοί στίχοι που διάνθιζαν με τα τραγούδια τα θεατρικά κείμενα, έμειναν ανεξίτηλοι στο χρόνο.

Τον τελευταίο καιρό συνηθίζεται ιδιαίτερα ένα είδος θεατρικής φόρμας. Να «θεατροποιούνται» έργα πολύ ή λιγότερο γνωστών, πνευματικών ανθρώπων. Διηγήματα, μυθιστορήματα και ποιήματα, ή ακόμη και ώρες από τη ζωή τους, παίρνουν από το συγγραφέα θεατρική μορφή, δημιουργείται διάλογος, ροή του έργου, ιδωμένου από μια άλλη οπτική γωνία. Βέβαια, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η παρέμβαση του ξένου νέου δημιουργού είναι ασεβής, αποτυχημένη. Αγγίζει τη βεβήλωση ενός έργου κάποιου καταξιωμένου δημιουργού, ο οποίος όμως δεν υπάρχει στη ζωή για να διαμαρτυρηθεί καταλλήλως και να γλιτώσει την κακοποίηση του έργου του. Και έτσι παρουσιάζεται στη σκηνή σε μια τελείως απαράδεκτη φόρμα.


Στη «θεατρική οικογένεια» ευρύτερα, ανήκει και η Δραματοθεραπεία. Αυτή είναι μια ολιστική μορφή ψυχοθεραπείας  και χρησιμοποιεί για το έργο της όλες τις τέχνες και κυρίως τις τεχνικές του θεάτρου. Στηρίζεται στην ανάγκη για δημιουργικό τρόπο επικοινωνίας, με την πρόθεση να αλλάξουμε ρόλους με τους οποίους δεν συμβιβαστήκαμε στη ζωή μας. Επίσης στηρίζεται στη διάθεση να εξερευνήσουμε κάποιες αθέατες πλευρές μας και να μοιραστούμε με τους άλλους αυτά που επιθυμούμε ή να τα απεμπολήσουμε. Κι εδώ αυτός ο συνδυασμός – της ιατρικής γνώσης με την ευλογία της τέχνης του θεάτρου - μπορεί να βοηθήσει θετικά στην ψυχική ανάταση και ανακούφιση του καταπιεζομένου ανθρώπου. Αυτό αποδεικνύει γι άλλη μια φορά πόσο Ιατρική και Τέχνη ήταν  πάντα κοντά. Γι’αυτό και ο Απόλλων ήταν «ιητρός» και συνάμα «μουσηγέτης θεός».

Τούλα Μπούτου

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

AΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΣ

Αυτός ο κόσμος μας…
     Πότε και πώς θα αλλάξει;
αυτός που έμαθε πια να βυθίζει το βήμα
στα ίδια μονοπάτια τα χαραγμένα
από τους αλάθητους καιροσκόπους της ελπίδας
Να πλέει αμέριμνος σε θάλασσες χιλιοσπαρμένες
με τ’ απόβλητα των πριν από κείνον πλανεμένων ταξιδιωτών
      Που συνήθισε να χορταίνει την πείνα του
με φανταστικά εδέσματα ευεξίας και ανάπτυξης
      Και τη δίψα του
με άνυδρα υποκατάστατα δροσιάς
      Αυτός ο Κόσμος μας!
Ο ειδυλλιακός. Ο Ματωμένος. Ο Μέγας!
Ο εθισμένος στις σιωπές και τη σφαγή των Αγγέλων
     και ορχούμενος
σε συναυλίες πρωτόφαντων Δαιμόνων
Κι έχει πια απωλέσει τα βότσαλα ενός Γυρισμού
Εκείνα τα σπαρμένα ένα ένα από την αθώα παλάμη του κοντορεβυθούλη
     για τη σίγουρη επιστροφή
μεσ’ από το δάσος των Παραμυθιών     
Και μόνον του ενστίκτου η Σοφία
ίσως και κάποιο κύτταρο κλωνοποιημένο απ’ της Αγάπης
     το κατάξερο δεντρί
μπορέσουν να σημάνουν κάποτε
την απαρχή μιας Νέας Οδοιπορίας
έσχατο καταφύγιο
     κάποιας χαμένης Ανθρωπιάς

Τούλα Μπούτου

Θέατρο ΕΛΠΙΔΑΣ




ΘΕΑΤΡΟ ΕΛΠΙΔΑΣ Αριστοτέλους 53 & Σμύρνης (πλ. Βικτωρίας)
Το θέατρο Ελπίδας, χωρητικότητας 100 θέσεων διατίθεται για θεατρικά σχήματα, μουσικές, ποιητικές βραδιές και άλλες εκδηλώσεις, με πολύ οικονομικούς όρους. Πληροφορίες στο 6945262890 και στην ηλ. δ/νση manosdestounis@gmail.com

Η ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Αυτή τη φορά δεν υπήρχε κανένας, ούτε αργοπορία. Οι πόρτες άνοιγαν μια-μια, περνούσαν στα γρήγορα. Ένας φρουρός τη συνόδευε. … ‘‘Από δω, στο γραφείο του κ. Διευθυντή. Ορίστε, πέρασε!’’ Πέρασε από την ανοιχτή πόρτα σαν αλαφιασμένη, ο Διευθυντής επιβλητικός πίσω από το γραφείο του, ‘‘Καλημέρα! Κάθισε!’’ είπε, κι εκείνη σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα.
- Είσαι η μάνα του Γιάννη Κορδελή; Έτσι; Η Μαρία Κορδελή;
Έγνεψε ‘‘ναι’’, είπε και μια ξέπνοη ‘‘καλημέρα’’.
- Ξέρεις τι έγινε! Δυστυχώς! Που το βρήκε το όπλο μου λες; Ποιος τόλμησε, ποιος κατάφερε να του το κουβαλήσει μέσα στη φυλακή;
- Δεν ξέρω, ψιθύρισε. Δεν ξέρω τίποτα! Τι κάνει το παιδί μου; Που είναι; Είπε πιο δυνατά.
- Τον βρήκαμε τα ξημερώματα πάνω στο κρεβάτι του, ματωμένο, και το κρατούσε ακόμα στο χέρι. Ο ήχος του κινητοποίησε τους φύλακες που άνοιξαν την πόρτα του κελιού του, τρέξαμε αμέσως στο Νοσοκομείο… Χτυπήθηκε μόνος, αυτό είναι σίγουρο. Όμως που το βρήκε το όπλο; Αυτό θέλουμε να μάθουμε.
- Δεν ξέρω, τίποτα δεν ξέρω… Που είναι τώρα το παιδί; Θέλω να πάω κοντά του! 
- Θα πας, θα σε πάμε. Μόνη σου είσαι; Θα σε στείλω με το υπηρεσιακό, είπε πιο μαλακά ο άντρας. Μόνο αν ξέρεις κάτι για την υπόθεση σε συμβουλεύω να πεις την αλήεθια, μη μπλέξεις κι εσύ αλίμονό σου! Πότε τον είδες για τελευταία φορά;

Είχε βάλει τα χέρια στα μάτια της που τρέχανε… ‘‘Την Τετάρτη, στο επισκεπτήριο…’’ μουρμούρισε.
‘‘Μάνα, δεν την αντέχω πια τη φυλακή!’’ Της είχε πει και της το τόνισε. ‘‘Ρε μάνα σε έχω πικράνει πολύ! Δεν έπρεπε! Άλλα περίμενα από τη ζωή! Κι άλλα μου ήρθαν.’’ 
- Τι σου είπε; Για τι πράγματα συζητήσατε; Σου ζήτησε τίποτα; Ρωτούσε ο Διευθυντής.
- Τίποτα. Να προσέχει του είπα, να τρώει… Δε μου ζήτησε τίποτα, δεν ήταν ‘‘χαπάκιας’’ ο γιος μου, δεν ήταν ναρκομανής.
- Αυτό είν’ αλήθεια! Είπε ο άλλος σοβαρά. ‘‘Κλειδαράκιας’’ ήταν! Το ‘‘ανοιχτήρι’’, έτσι δεν τον λέγανε στην πιάτσα; Όμως κράταγε και όπλο, και τα όπλα είναι για να σκοτώνουν, όπως και το έκανε.
- Θέλω να πάω στο παιδί μου! Είπε η γυναίκα.
- Θα πας! Θα σε στείλω αμέσως! Είναι στην Εντατική!
- Εντατική; Εδώ ξεφώνισε κατάχλωμη η γυναίκα.
- Για καλύτερα, ναι! Είναι χτυπημένος σοβαρά, γι’ αυτό πρέπει να βοηθήσεις να βρούμε την άκρη. Ήταν ανακατεμένος σε καμιά εξέγερση; Τέτοια ετοίμαζαν; Όμως γιατί να το στρέψει στο κεφάλι του; Είναι πολύ δύσκολη η θέση όλων. Όπλα μέσα στη φυλακή; Και αυτοκτονίες; Οι ευθύνες είναι πολύ μεγάλες.
- Δεν ξέρω τίποτα! Πιστέψτε με, κι αφήστε με να πάω στο παιδί, θα το ρωτήσω, θα μου πει! Φώναζε τώρα και οι λυγμοί σπάζανε τις φράσεις λέξη-λέξη.
‘‘Μάνα δεν την αντέχω άλλο τη φυλακή! Θέλω να γυρίσω στο σπίτι μας! Δεν είμαι ανακατωμένος με ναρκωτικά και τέτοια, μια φορά δοκίμασα και ξέρναγα δύο μέρες… Τα σιχαίνομαι αυτά… Να φτιάξω μόνο τη ζωή μας, ήθελα να βρω λεφτά για σένα και για μένα…’’. ‘‘Έλα ξέχνα τα πια’’ είπε κείνη, μεσημέρι, και του άγγιζε τα μαλλιά, τα χέρια... Κοίτα να περνάς καλά, να φέρνεσαι σωστά για να κυλήσει ο χρόνος. Είσαι 26 χρονών, τα τρία χρόνια πέρασαν κιόλας! Έχεις ζωή μπροστά σου.
- Με ξέχασαν όλοι μάνα! Φίλοι, φιλενάδες, με ξέχασαν! Ήταν μια κακιά ώρα, το όπλο βρέθηκε στα δικά μου χέρια, μόλις που είχα ανοίξει την κάσα και μπουκάρανε οι δύο, κι είδα να χάνονται όλα που τάβλεπα μπροστά μου, μέσα στα χέρια μου, τόσα λεφτά! Λες και το όπλο πήρε μόνο του φωτιά τι μου ‘φταιγε το ανθρωπάκι.. Όμως τον βρήκε δικιά μου σφαίρα, οι άλλοι είχαν λακίσει…
- Γιατί τα θυμάσαι τώρα αυτά; Του είχα πει. Πληρώνεις για τα σφάλματα σου, θα βγεις μια μέρα και θα βρεις καινούργια μονοπάτια… Εγώ είμαι κοντά σου. Θα βάλω κι άλλο δικηγόρο για καινούργια δίκη! Όλα θα γίνουν.
- Δεν την μπορώ άλλο τη φυλακή! Της ξανάπε καθώς γύριζε να φύγει. Όμως για όπλο. Για τόση απελπισία, όχι, τίποτα δεν είχε πει.
- Υπόγραψε εδώ πως ήρθες κι ενημερώθηκες! Της είπε ο Διευθυντής. Έβαλε μια τρεμάμενη υπογραφή.

Το υπηρεσιακό σταμάτησε μπροστά στην πύλη του μεγάλου Νοσοκομείου, άνοιξαν, πέρασε μέχρι την είσοδο.
- Έλα! Θα σε πάω εγώ! Είπε αυτός που τη συνόδευε και σαν μια χειρονομία συμπόνιας το κράτημα από το χέρι καθώς τη βοηθούσε να κατέβει.
ΜΟΝΑΔΑ ΕΝΤΑΤΙΚΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ. Κόκκινα γράμματα πάνω στο θαμπό τζάμι. Κόσμος να κάθεται στους πλαϊνούς πάγκους, βλέμματα κουρασμένα, βαρύ φορτίο θλίψης στις αφηρημένες ματιές. Εδώ! είπε ο άνθρωπος. Σε πέντε λεπτά αρχίζει το επισκεπτήριο και θα μπεις! Βρήκε μιαν ακρούλα σ’ ένα πάγκο, κάθισε μαζεμένη, σκυφτή… Έπρεπε κάποιον να είχε ειδοποιήσει, την αδελφή της, τη γειτόνισσα… Ο καθένας είναι μοναχός στις δύσκολες ώρες. Το ‘ξερε αυτό.

Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά, ένας ασπροφορεμένος άντρας στάθηκε στο άνοιγμα! ‘‘Περάστε! Είπε. Από ένας σε κάθε άρρωστο!’’ Ακολούθησε αυτούς που σηκώθηκαν, προχώρησε με τρεμάμενα πόδια. Είδε να ξεκρεμούν από μια κρεμάστρα άσπρες ποδιές, μια σκουφιά για το κεφάλι και να τις φορούν, φόρεσε κι αυτή τα δικά της, πέρασε και θήκες πλαστικές πάνω από τα παπούτσια.
Μια νοσοκόμα τη ρώτησε, την έφερε μέχρι το κρεβάτι. Εδώ! είπε… Τα μάτια της είχαν θαμπώσει. Ο Γιάννης με κρυμμένο το κεφάλι κάτω από τα κάτασπρα πανιά. Ο Γιάννης με παράξενους σωλήνες που έβγαιναν από παντού, από τα χέρια, από το στόμα, τη μύτη!... Τα μάτια μόνο κλειστά, σ’ έναν ήμερο ύπνο. Κι αποπάνω μια μικρή τηλεόραση, φωτεινά φιδάκια που ανεβοκατέβαιναν αδιάκοπα; Της ήρθε σαν λιγοθυμία. Κάθισε πλάι του σ’ ένα σκαμνί. Έβαλε δισταχτικά τα δάχτυλά της , πάνω στα δάχτυλα του απλωμένου χεριού του. Δεν την έβλεπε, δεν την άκουγε, δεν την ένιωθε… ‘‘Γιάννη, ψιθύρισε μόνο κι ένα ‘‘Γιατί;’’ Αναπάντητο. ‘‘Μάνα δεν την αντέχω τη φυλακή’’. Γι’ αυτό παιδί μου; Γι αυτό; Σου φταίξανε πολλοί. Σου έφταιξα κι εγώ, δούλευα πολύ όταν ήσουν μικρός και σ’ άφηνα μόνον… Όμως η ζωή είναι μπροστά σου! Δεν τελειώνει, δεν πρέπει να τελειώσει έτσι η ζωή! Δεν είσαι κακούργος, εγώ το ξέρω! Κουτός και άτυχος! Και βιαστικός, αυτό είσαι! Του μιλούσε σιωπηρά χαϊδεύοντας τις άκρες των δαχτύλων. Έσκυψε και τα φίλησε… Το επισκεπτήριο τελείωσε. Σηκώθηκε, ακολούθησε πάλι τους άλλους, ν’ αφήσουν τα ρούχα της εντατικής. Και τότε ένας νεαρός γιατρός άνοιξε ξανά την πόρτα. ‘‘Η συγγενής του Κορδέλη να περάσει από το γραφείο των γιατρών!’’ είπε.
- Εγώ; Ρώτησε.
- Ναι στο γραφείο παρακαλώ!

Έμπαινε πάλι σε μιαν αίθουσα τι ν’ ακούσει, τι να της πουν… Κάθισε μπροστά σε ένα γραφείο. Ο χώρος μύριζε κι εδώ φαρμακίλα, κι ο γιατρός της φάνηκε τεράστιος και απρόσιτος… Δεν είχε τίποτα να του πει. Αχ! Ας μην άρχιζε πάλι να μιλάει για όπλα και πως βρέθηκε στα χέρια του Γιάννη της. Και γιατί, και πότε…
- Είστε η κυρία Κορδέλη, είστε η μητέρα του νέου, του κρατούμενου;
- Του κρατούμενου, ναι. Πως είναι γιατρέ μου; Πότε θα συνέλθει; Εγώ δεν ξέρω τίποτα… Πως συνέβηκε… Για το όπλο… Τίποτα δεν ξέρω! 
- Κυρία Κορδέλη, εδώ είμαστε από την Ιατρική πλευρά μόνον! Ο γιος σας είναι σε κρίσιμη κατάσταση… έχει τυφλό τραύμα, σφαίρα μέσα στο κρανίο που έχει καταστρέψει σημαντικά κέντρα εγκεφάλου…
- Δεν θα συνέλθει γιατρέ; Δε θα τη βγάλετε τη σφαίρα; Πότε θα τη βγάλετε;
- Κυρία Κορδέλη… (ο γιατρός έπαιζε νευρικά τα χέρια του. Έχουν κι οι γιατροί τις δύσκολες στιγμές τους) Ο γιος σας… Είναι κλινικά νεκρός… Κάνουμε ότι μπορούμε… Όμως δεν πιστεύω πως θα τα καταφέρουμε! Η σφαίρα δεν μπορεί να βγει από κει που είναι, με καταλαβαίνετε; Κι ας είναι ένα τόσο γερό παιδί, ένας τέτοιος οργανισμός νέου ανθρώπου. Φαίνεται πως δεν είχε σχέση με… όλα αυτά της εποχής μας που αφορούν και τους φυλακισμένους συχνά. Ναρκωτικά, ενέσεις, χάπια… Κι οι πνεύμονές ολοκάθαροι! Όμως… Όμως; Η μάνα με την καρδιά της σ’ ένα τρελό ρυθμό. Η ιατρική πλευρά… εδώ ο Γιάννης είναι μόνον ένας σεβαστός άρρωστος. Ένα νέο γερό παιδί που χάνει το παιχνίδι της ζωής… ‘‘Δεν αντέχω πια μάνα’’. Κι έκανε την απόδρασή του. 
- Δεν την άντεχε τη φυλακή… Ήθελε να φύγει… και τι μπορούσα, πείτε μου, εγώ να κάνω; Τι γιατρέ μου;
- Όχι! Τι να κάνετε; Εγώ έχω μόνο μια πρόταση, αν θέλετε… Είναι τόσο πολλοί αυτοί που περιμένουν ένα δώρο ζωής από τους συνανθρώπους τους. Στην τελειωτική φάση, θα θέλατε να δωρίσετε τα όργανα του παιδιού σας; Για να ζήσουν άλλοι άνθρωποι καταδικασμένοι; Θέλετε να μιλήσετε πρώτα με τους δικούς σας να το σκεφθείτε;
- Δεν έχω να μιλήσω με κανέναν! Με τον Γιάννη μου μόνον, που δεν άντεχε πια αυτή τη ζωή… Πάρτε τα! Όσα μπορείτε, όσα μπορούν να ζήσουν μετά από κείνον έξω από τη φυλακή! Να ξέρω πως κάτι από κείνον μπορεί να ζει ακόμη!


Έβαλε ένα σπαρακτικό κλάμα βγαίνοντας. Τότε είδε και τον φρουρό που στεκόταν απ’ έξω.
Φεύγεις κυρά; Της είπε. Εγώ φυλάω για το γιο σου. Τι σου είπαν; Πως είναι; Θα τη σκαπουλάρει;
- Είναι λεύτερος! Είπε κείνη μέσα στους λυγμούς.
- Δηλαδή; Απόρησε ο φρουρός.
- Αυτό που ήθελε… Έξω από τη φυλακή! Σιγοψιθύρισε.

Τούλα Μπούτου
από τη συλλογή διηγημάτων ‘‘Ζωή Χαρισμένη, 10 διηγήματα αφιερωμένα στη μεταμόσχευση’’

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ

Το γλωσσικό ζήτημα είναι ζήτημα διανοητικό. Όπλο του είναι ο Λόγος. Και ο Λόγος μπορεί να κόβει. Ξίφος λόγου, λέει ο Σοφοκλής. Κι ο Παλαμάς, που ως φαίνεται πολλά ήταν τα κοινά με της σημερινής ζωής δεινά που απασχολούσαν την κοινωνία του, λέει: «Το μόνο ζήτημα μέσα στο Σουλτανάτο του ρουσφετιού που μπορείς να το κράξεις ιδεολογικό είναι το Γλωσσικό ζήτημα.»
Αλλά και ο Σολωμός θα ταυτίσει τη Γλώσσα με το υπέρτατο αγαθό, την Ελευθερία. «Δεν έχω τίποτ’ άλλο στο μυαλό μου παρ’ Ελευθερία και Γλώσσα»

Η γλώσσα είναι το όργανο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Και τα ζώα έχουν τη δική τους «μιλιά» όμως ο άνθρωπος χάρη στην πολύ εξελιγμένη δομή του εγκεφάλου του και την ύπαρξη του κέντρου λόγου στην αριστερή συνήθως κροταφική χώρα, είναι προικισμένος με την ικανότητα να εκφράζεται σε ένα πλήθος από «γλώσσες» των διαφόρων λαών. Η γλώσσα λοιπόν είναι το «όργανο». Και οι λέξεις είναι τα «σύμβολα».

Όσο πιο μακροχρόνια η ύπαρξη και η πορεία μέσα στο χρόνο μιας γλώσσας τόσο πιο πλούσια σε «σύμβολα» δηλαδή σε λέξεις που την αποτελούν. Υπολογίζεται πως η Ελληνική Γλώσσα (και ανάλογα η αγγλική π.χ. καθώς και άλλες γλώσσες καλλιεργημένων λαών) έχει 500.000 λέξεις. Συμπεριλαμβάνονται βέβαια τεχνικές, επιστημονικές λέξεις και ιδιωματισμοί, που μόνον σε πολύ ειδικές περιπτώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Στην καθημερινή ζωή και επαφή των ανθρώπων μόνον ένας πολύ μικρός αριθμός σε σύγκριση θα μπορούσε να εκφράσει τις λέξεις που ακούγονται. Γύρω στις 1.000 με 2.000.

Η δική μας γλώσσα με τη δύναμη και την αυτοτέλεια της πορεύτηκε μέσα στο χρόνο πάντα νικώντας αυτό το χρόνο. Δεν την απορρόφησε ποτέ κανένας λαός απ’ αυτούς που επιβουλεύτηκαν την ελευθερία και την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Ζώντας πάντα μέσα στο στόμα του Λαού εξελίσσεται και διαμορφώνεται. Όμως οι ρίζες της πάντα ίδιες. Μια είναι η γλώσσα κι ας φαίνεται τόσο διαφορετική στη σημερινή μορφή της από κείνη των αρχαίων μας προγόνων.

Εκείνο που μας τρομάζει σήμερα είναι η γλωσσική μας ένδεια. Γιατί, ενώ ο πλούτος της ελληνικής γλώσσας είναι τόσος και ζηλευτός, γιατί δεν τον χρησιμοποιούμε; Τι περισσότερο φταίει; Που η Παιδεία μας δεν ανταποκρίθηκε; Που ολιγώρησε; Πόσος είναι ο κίνδυνος; Είναι κάτι παροδικό αυτό το φαινόμενο της φτωχής γλώσσας; Και γρήγορα θα βρει πάλι την ανοδική της εξέλιξη; Είναι ένα γενικό φαινόμενο της γενικής φτώχειας και «λειψυδρίας» του καιρού μας; Είναι πάντως ένα πραγματικό γεγονός και πρέπει να μας απασχολεί. Ακούμε τόσο συχνά από το στόμα των νέων κυρίως, συνεχώς επαναλαμβανόμενες άκομψες λέξεις, θλιβερά υποκατάστατα της όμορφης ελληνικής μας γλώσσας. Ξενοφερμένες λέξεις που δεν συγκρίνονται με τις αντίστοιχες δικές μας. Λέξεις αταίριαστες που μας ξαφνιάζουν δυσάρεστα. Που μας εκθέτουν. Που μας προβληματίζουν. «Η γλώσσα μας – έλεγε ο Κ. Παλαμάς, ένας από τους κορυφαίους μας στον αγώνα για την γλώσσα – είναι εύκολη σαν το νερό που τρέχει, της πηγής και δύσκολη σαν τ’ άλογο τ’ ακαβαλίκευτο.»

Μια ευλύγιστη γλώσσα λοιπόν, που κυλά αβίαστα σα νερό, αλλά μπορεί ν’ αγριέψει και να γίνει αδάμαστη σαν το ακαβαλίκευτο άλογο αν δεν ξέρεις να το χρησιμοποιήσεις. «Πρώτα απ’ όλα πρέπει να ξέρεις να εξουσιάζεις αυτό το όργανο». Έλεγε και ο ποιητής ντ’ Αντούτσιο για το πολύτιμο όργανο της Λογοτεχνίας, τη Γλώσσα.

Καμία άλλη γλώσσα στον κόσμο εξόν από την Ελληνική, δεν έχει εισχωρήσει περισσότερο, δεν έχει χαρίσει λέξεις στις γλώσσες των άλλων λαών. Στις επιστήμες, στις τέχνες, σ’ όλες τις εκφράσεις της καθημερινής ζωής, παντού θα βρεις αν λίγο ψάξεις, λέξεις καλοβαλμένες και αμετακίνητες, ελληνικές λέξεις.

«Ένα κερί που μάχεται στο σκοτάδι, όπως πολύ εύστοχα και λυρικά γράφει ο Δαμιανός Στρουμπούλης, δανεισμένος την παρομοίωση από μια Κινέζικη παροιμία, είναι κι η δουλειά που γίνεται από τον «Όμιλο Πειραιώς για τη Διάδοση της Ελληνικής Γλώσσας» καθώς και από τους ανάλογους ομίλους της Αθήνας και της Καβάλας.

Το περιοδικό του Ομίλου «Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ» που άρχισε να περνά τολμηρά και επιτυχημένα τα ελληνικά σύνορα και να ταξιδεύει σε μακρινές χώρες, όπου κι αν υπάρχει Ελληνική Ψυχή και χέρι ικανό να σηκώσει τη σημαία αυτού του ιδανικού, μιλά για ολοένα καινούργιες και μεγαλύτερες επιτυχίες.

Έμοιαζε με ουτοπία στην αρχή αυτή η πίστη, πως μπορεί η Ελληνική Γλώσσα ν’ αποκτήσει διαστάσεις μιας παγκόσμιας γλώσσας, όπως είχε γίνει χωρίς επιτυχία για την Εσπεράντο από το γιατρό Λούντβιχ Ζάμενχωφ (με το ψευδώνυμο DOCTORO ESPERANTO) και με την
IDO και την INTELINGUA. Όμως για μια γλώσσα που έχει ήδη βάλει τη γλωσσική της σφραγίδα ανεξίτηλη στις γλώσσες των άλλων λαών, τίποτε δεν μπορεί ν’ αποκλειστεί. Τίποτα δεν πρέπει να σταματήσει αυτή τη προσπάθεια τουλάχιστον. Για να μη «καταριόμαστε το σκοτάδι αφού θα μπορούσαμε ν’ ανάψουμε έστω ένα κερί», όπως λέει η Κινέζικη παροιμία.

Τελειώνοντας θα θυμίσω μια ωραιότατη στροφή από το ποίημα του Κ. Παλαμά ΜΕ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ:
        Με τη Μητέρα γλώσσα μας καταφρονεμένη
        από το άδειο ανάξιο νου, την άξια δουλεμένη
στο πείσμα των ανήξερων από τον ποιητή
        χτίστε τα χτίσματα λογής. Ανθεί και σβεί στα χείλη
τ’ άυλο λουλούδι. Δέσε το με νέα ζωή, κοντύλι
        στην πέτρα την θαυματουργή του λόγου. Στο χαρτί!

Πολλές φορές ένα ποίημα μπορεί να μιλεί με πολύ περισσότερα λόγια από το πιο μεγάλο και εμπεριστατωμένο άρθρο.

Τούλα Μπούτου

Ομιλία για το έργο μου

Η συγγραφέας - κριτικός Νίκη Σαλπαδήμου θα μιλήσει με θέμα «Η Τούλα Μπούτου, η γιατρός, ο άνθρωπος η συγγραφέας» την Δευτέρα 25 Ιανουαρίου και ώρα 6 μ.μ. στο εντευκτήριο της Ε.Ε.Ε.Λ. Ιπποκράτους 63.
Είσοδος Ελεύθερη

Κριτική του Κ. Γεωργουσόπουλου για τα μονόπρατκά μου

Η Κριτική του Κώστα Γεωργουσόπουλου στα ΝΕΑ για τα μονόπρακτα μου Τελευταίο Τρένο & Μυστικό Μονοπάτι. Τα δύο έργα μου παίζονται σε μια ενιαία παράσταση στο Θέατρο ΕΛΠΙΔΑΣ κάθε Τετάρτη στις 7 και Πέμπτη στις 8.