Φωτογραφίες από τα βιβλία μου και την 'Αμυγδαλιά'

Όλα τα βιβλία της Τ. Μπούτου, επιλεγμένα τεύχη από τα Πειραϊκά Γράμματα, θεατρικές παραστάσεις, εκδηλώσεις, βραβεύσεις κ.α

.

.

.

Μικρό απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο «Η Κίνα του 1978, Το μεγάλο ταξίδι της ζωής μου», από τις εκδόσεις Vivliologia (2015)

Κριτικές και αναφορές στο έργο της Τούλας Μπούτου

δείτε κι άλλες κριτικές εδώ

.

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Το οπισθόφυλλο της συλλογής διηγημάτων "Το Ρετιρέ" της Τούλας Μπούτου.


Σε κάποιες εκδηλώσεις αυτών των ημερών, μπροστά στον υπαίθριο χώρο του Ραδιομεγάρου με ελεύθερη είσοδο ακούστηκαν διάφορα τραγούδια. Πολλοί καλλιτέχνες συμμετείχαν με διάφορα τραγούδια επώνυμων και όχι τόσο επώνυμων δημιουργών. 

Μεταξύ των τραγουδιών αυτών, κάποιος τίτλος τραγουδιού, μου τράβηξε την προσοχή, «ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ» είναι ο τίτλος που έχει και η ομώνυμη ταινία μου μικρού μήκους «ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ». Είναι μια ταινία που γυρίστηκε το 2014, με σκηνοθέτη τον Αντώνη Μποσκοΐτη και με σενάριο εμπνευσμένο από το ποίημά μου Άρνηση, το οποίο εμπεριέχεται στην συλλογή διηγημάτων «ΤΟ ΡΕΤΙΡΕ» -Εκδόσεις Θουκυδίδης 1988- η οποία είναι βραβευμένη πανελλήνια από την Εταιρία Χριστιανικών Γραμμάτων.

Η ταινία αυτή, έλαβε μέρος στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους με θαυμάσιες κριτικές από αξιόλογους ανθρώπους όπως ο αείμνηστος Παναγιώτης Τέτσης, ο οποίος μολονότι ήδη είχε προβλήματα υγείας, θέλησε να παρευρεθεί. Και τώρα η ταινία αυτή «ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ» πρόκειται να λάβει μέρος στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Κύπρου και της Ρωσίας.

Ευτυχώς διαπιστώθηκε ότι ο κοινός τίτλος «ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ» αφορούσε και κάποιο έργο του Μίκη Θεοδωράκη, από την εποχή της γερμανικής κατοχής και το τραγούδι αυτό που ακούστηκε, ανήκε στο έργο του σπουδαίου δημιουργού μας Μίκη Θεοδωράκη.
(Δυστυχώς είχαν συμπέσει οι δύο τίτλοι!!)



Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016

ΚΑΠΟΤΕ

Κάποτε θα’ ρθει η στιγμή
που θα σημάνει την Αρχή
προς την Ελπίδα

Να σ’ ανταμώσω εκεί που εσύ
Έφυγες σπέρνοντας για με
η καταιγίδα

Θα σε κρατώ τότε σφιχτά
κι ας είσαι μόνο μια σταλιά
και μια ηλιαχτίδα

Τον Χάρο δεν θα φοβηθώ
φτάνει κοντά σου να βρεθώ
Δροσοσταλίδα

Κάποτε πια δεν θα πονώ
κι ούτε από σκέψεις θ’ αγρυπνώ
και θα σπαράζω

Γιατί για όλα στη ζωή
υπάρχει πάντα μια στιγμή

που λες ‘αράζω’.


Τούλα Μπούτου

ΡΩΞΑΝΗ

Μνήμη Ρωξάνης Παυλέα
(Παίζοντας με τους στίχους των δικών της ποιημάτων)


Έτσι μπορείς να μας ξανάρχεσαι…
Πληγωμένης Ροδιάς τους χυμούς
προσφέροντας στη δίψα των καιρών.
Και τ’ Άνθη της Λήθης
ποτέ για Σε να μη καρπίσουν.
Κι ας χάθηκες μες στη Χλωμή Ομίχλη,
μιας Κερένιας Χαράς οπτασία…
Με τα Γεωμετρικά σου Πουλιά
στα ύψη τ’ ουρανού ακροβατώντας
την Άλλη σου Όψη, την αδιάφθορη,
για πάντα έχεις κερδίσει.



Ποίημα εμπνευσμένο από την ποίηση της Ρωξάνης Παυλέα.

Πολύ σύντομα θα αναρτηθεί μια ομιλία που είχε γίνει στην Ε.Ε.Ε.Λ. για την ζωή και το έργο της ποιήτριας Ρωξάνης, από την Τούλα Μπούτου, στην οποία παρευρέθηκαν πολλοί συγγενείς της απούσης.

Ο Δημήτρης Μαρωνίτης

Μια σημαντική πνευματική απώλεια.


Το καλοκαίρι του 2016 παίρνει φεύγοντας μαζί του τον αξιόλογο συγγραφέα, μεταφραστή, αρχαιογνώστη Δημήτρη Μαρωνίτη. Από τα κορυφαία επιτεύγματά του το Έπος των Αιώνων, η Ελληνική μας “Ιλιάδα”. Οπωσδήποτε θα επακολουθήσουν κριτικές, αποτιμήσεις και αξιολογήσεις για όλα τα έργα του, όμως και ιδιαίτερα για την Ιλιάδα.

Κι εδώ ας αναφερθούμε και σε μιαν άλλη Ιλιάδα, εκείνο το ανεπανάληπτο επίτευγμα του Δημήτρη Σιατόπουλου.  Ένα λατρευτικό βιβλίο που είχα την τιμή να κοσμεί και τη δική μου βιβλιοθήκη και που χέρια βέβηλα και ανίερα μου το αφαίρεσαν (έκλεψαν) με απίστευτο σε δράση τρόπο. Η Ιλιάδα του Δημήτρη Σιατόπουλου με το πρωτότυπο αρχαίο κείμενο στα αριστερά του βιβλίου και το μεταφρασμένο, από τον συγγραφέα κείμενο λέξη προς λέξη και φράση προς φράση στην απέναντι σελίδα. Και με τα μοναδικά στο είδος ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ, που για μένα αποτελούν ένα μοναδικό στο είδος του ιστορικό, γλωσσικό, ποιητικό επίτευγμα, που ποιος ξέρει αν και πότε θα μπορέσει να ξαναγραφεί κάτι ανάλογο από κάποια φωτισμένη διάνοια, ελληνική βέβαια όπως θα το θέλαμε. Η πολύ κοντινή μου φιλικά οικογένεια του Δημήτρη Σιατόπουλου μου δώρισε μιαν άλλη Ιλιάδα, όχι όμως όπως την πρωτότυπη, τη μοναδική, η οποία δυστυχώς δεν υπάρχει πια διαθέσιμη.

Ο Δημήτρης Σιατόπουλος έχει τιμήσει την Ελληνική Γραμματεία με εκλεκτά ανεπανάληπτα βιβλία και σε ποιητικό και σε πεζό λόγο (εκτός από τα επιστημονικά του πνευματικά προϊόντα, αφού υπήρξε κι ένας έξοχος νομικός). Ευτυχώς διασώθηκε στη βιβλιοθήκη μου ένα μικρό το δέμας, όμως μεγάλο σε εμβέλεια βιβλίο, μοναδικό κι αυτό στο είδος του, όλη η ιστορία του 20ου αιώνα, όμως με τόση μαεστρία, ποιητική ενόραση, και ικανότητα αξιολόγησης και συμπύκνωσης.


Αυτά είναι λίγα από αυτά που αφορούν τον αλησμόνητο φίλο Δημήτρη Σιατόπουλο.



Αναμένεται νέο βιβλίο της Τούλας Μπούτου



Το νέο βιβλίο της Τούλας Μπούτου, για μεγάλα παιδιά θα κυκλοφορηθεί πολύ σύντομα υπό την επίβλεψη του Γιάννη Γαβαλά.




ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ


«Γραμμένο για τη μάνα μου, την εποχή που φοβόμουν ότι είναι πια πολύ κοντά το τέλος».


Μανούλα, το μαντήλι σειείς και πας.
Φεύγεις και μας αφήνεις.
Ήταν μακρύς ο δρόμος και τον διάβηκες
Μακρύς, τον τέλειωσες, δεν λέω…
Κι έδρεψες τις πίκρες τις πολλές
και τις χαρές τις λίγες.
Κι είδες, και γνώρισες, και πίστεψες
κι αρνήθηκες, κι έλπισες, κι αγάπησες πολύ…
Τα ρυάκια του χρόνου
αυλάκωσαν τη διάφανη θωριά σου.
Και της ψυχής σου τον καθρέπτη πως τον θόλωσαν.
Δεν αντιφέγγει πια το αύριο.
Μόνον το χτες περιδιαβάζει πια εντός του.
Μόνο το χτες… κι είμαστε μεις μέσα του παιδιά…
Κι είμαστε ανθοί στο αυγινό μπουμπούκιασμά τους…
Είμαστε της αγκαλιάς σου η δικαίωση,
της νιότης, της σπαργής σου βλασταρούδια…
Μανούλα, είπαμε πολλά.
Πόσο πολλά είναι τα κοινά τα βήματά μας…
Όμως εγώ…
Εγώ είχα ακόμα τόσα να σου πω,
τόσο πολλά να σε ρωτήσω ακόμα,
τρέμω την Πύλη που θα κλείσει
κι είναι απόνετη…
Πως και να σφαλιχτούνε τόσα
εντός μου;
Τρέμω το που δε θάμαι πια παιδί…
της όψιμης ορφάνιας τα σκοτάδια…
Τρέμω τα όσα θα μείνουν αναπάντητα
και στη φωνή μου αντίλαλος κανένας…
Μανούλα, μόνον τα παιδικά μου δάκρυα
βρήκα να σε ραντίσω…
Να σου δροσίσουν την άνυδρη την όψη σου
μαζί σου να τα πάρεις

κατευόδιο…


Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ


Σωριάστηκε στο παγκάκι της μικρής πλατείας

-«Να κι ένα καλό! Τα λιγοστά δέντρα τριγύρω χλωρά κι ευχαριστημένα! Πολλές οι βροχές πολλές οι καλοκαιριάτικες λάσπες, και για κάποιους, ας είναι και δέντρα, αυτό σημαίνει ευτυχία!» είπε ο ράθυμος νους του με τη μέσα του μιλιά.

Κοίταξε τα λασπωμένα του παπούτσια… φτάνει να μη μπει πολύ νερό από τις τρύπες της σόλας, από κει που βρήκε δρόμο το νερό για να περάσει και ν’ αρχίσει την ολοκληρωτική κατεδάφιση.

Κάποιο υπόλοιπο από το σουσαμένιο κουλούρι ξέφυγε ανάμεσα στα δάχτυλά του… Γρήγορα που τρώγεται το σκασμένο! Και παιδιά σαν ήμασταν…, θυμήθηκε τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής… Σουσαμένιο κουλούρι; Άπιαστο όνειρο.

Πανδαισία γνώσης και χαράς σαν σου ξέπεφτε κανένα!

Κατοχή… Πολύ μικρός για γραμμές επαφής με τον εχθρό, μεγάλος όμως για να νιώθει και να θυμάται. Κι ούτε ιδέα πώς μπορείς να ξαναζήσεις στη ζωή σου ώρες χαράς… τύψης για ένα κουλούρι. Ναι… κάποιας χαράς και τύψης, γιατί αυτός τώρα μόλις χόρτασε την πείνα του. Η θυγατέρα του, μεγάλη, κουρασμένη, σκέψου! Να κλαίει το πρωί γιατί έχανε τη δουλειά της. Να σκουπίζει τους δρόμους! Αυτή ήταν η εργασία της. Δεν τους χρειαζότανε πια, για οικονομία την απολύσανε! Τα δυο δεκαπεντάρικα παιδιά της με την κατακουτσουρεμένη σύνταξη του παππού. Για ζωή, για σχολείο... θελήματα, ξαγρύπνιες της μάνας… Εξακολουθητικές απουσίες του πατέρα. Της νενες η πρόσφατη γελαστή φωτογραφία πάνω στο τραπέζι…

-Τι θα φάμε σήμερα; Συρτή η φωνή της κόρης.

-Θα περάσω από τη Λαϊκή. Εκεί, κατά το τέλος της μέρας. Κάτι γίνεται τότε… Πολύ πράσινο πεταμένο. Μερικοί καλοί άνθρωποι που χαράζουν κάποια ζαρζαβατικά… Θα βολευτούμε, κάτι θα γίνει.

-Έσφιξε στο χέρι με τα σουσάμια την πλαστική σακούλα.

-«Εσύ τα παιδιά! Να προσέχεις τα παιδιά, να μην στεναχωριούνται…»

Και η μάνα του στην Κατοχή… «Έχω ακόμα λαχανίδα από τα χτες... έχω και μπλιγούρι… θα σου κάνω ένα φαϊ να γλύφεις και τα δάχτυλά σου αγόρι μου…
Η πλαστική σακούλα έτσι σα να κουνήθηκε κρεμασμένη από το χέρι της… Κάποια σκόρπια σουσάμια ένα γύρω, και ένα άσπρο περιστέρι ν’ αγωνίζεται να σώσει μερικά, τόσο νόστιμα!

Χαμογέλασε… Σα να λιγόστεψαν και τα περιστέρια. 
Άλλες φορές η πλατεία ήταν γεμάτη από δαύτα κι αυτά καμαρωτά και τόσο εμπιστεμένα στους περαστικούς –κι ας τα σκότωναν μερικοί-μερικοί έτσι ομαδικά κάτι φορές για να μη λερώνουν τον τόπο με τ’ απόβλητά τους.


Το άσπρο περιστέρι να επιμένει με θάρρος στο τσιμπολόγημα… Τι να σου κάνει πια κι η Λαϊκή; Στο τέλος θα φυτρώσει λαχανόκηπος στα σωθικά μας… Είχε πει τις προάλλες η κόρη.
Τέτοια κατάντια, τέτοια!

Το χέρι πήγε κοντά, το περιστέρι είχε βρει κάποια περίσσια σουσάμια και τα’ απολάμβανε. Κοίταξε γύρω του, ερημιά! Χούφτωσε το πουλί, το ‘χωσε στη σακούλα, ίσα μια ξαφνιασμένη φωνούλα που σταμάτησε με μιας σε κάποιο πιο δυνατό σφίξιμο.

Είναι μια λύση! Είναι κάποια λύση -Η μέσα του φωνή- Προσωρινή, μα σκέψου τα παιδιά! Θα το ονομάσουμε κοτόπουλο, και τάχατες δεν είναι πουλερικό; Τα πιτσουνάκια δεν τρώγονται; Δεν τα μαγειρεύουν στα καλύτερα εστιατόρια; Θυμήθηκε τον γάτο της Κατοχής. Τον ολόμαυρο, τον παχουλό, τον αγαπημένο του “Τυχερό”, έτσι τον είχε βαφτίσει… Κι όταν τον έχασε, δεν ήξερε! Δεν ήξερε! Τι πόνος, τι δάκρυα… «Τον είδα στα χέρια του Ιταλού του φύλακα της τηλεφωνικής, εδώ πιο κάτω… Πάει για τον φούρνο ο γάτος σου. Οι Ιταλοί τους τρώνε, δεν στο είχαν πει ποτέ; Κι όπως τον έχεις καλοθρεμμένο…» είπε η γειτόνισσα.


Μήπως ήξερε πώς μπορούσες να στραγγαλίσεις ένα μικρό κάτασπρο περιστέρι, πεινασμένο και τόσο φιλικό μαζί σου; Έτσι, για να ξεγελάσεις την πείνα των παιδιών… Μήπως μπορούσε να ξέρει τι φέρνει η ζωή; Τι φέρνει η ώρα; Τι φέρνουν οι καιροί;